ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ

Από το βιβλίο «Τάξη στο Χάος», Καλειδοσκόπιο 2013.

Είναι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου «Τάξη στο Χάος», γράφτηκε το 2012, μετά το πρώτο μνημόνιο και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο το 2013. Αισθάνομαι ότι εξακολουθεί να εκφράζει τα τωρινά, ότι περιλαμβάνει τα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες σήμερα, ότι η Ιστορία του λαού δεν παλιώνει σε πείσμα της παγκοσμιοποίησης. Είναι ένα επιτύμβιο, για χαρές που μας στερήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, για τις μεγάλες απώλειες πραγμάτων που κάποτε θεωρούσαμε κληρονομιά του λαού μας, για τις ζωές που
χάνονται από απελπισία, για τους αριστερούς – όχι για την αριστερά – που μεταλλάχτηκαν.
Όταν το έγραψα το ’12 κυριαρχούσε μέσα μου ένα κι όμως, μια ελπίδα που ξόρκιζε τις κακές προβλέψεις κι όλα τα κακά του τόπου, μια σκέψη κάπου βαθιά χωμένη: ότι οι δικοί μας κάτι θα κάνουν για όλα αυτά, θα γυρίσουν τη ρόδα, θα σταματήσουν την καταστροφή. Κι αυτό δεν ήταν μια υπόθεση, ήταν μια διαπίστωση. Ήταν η σωστή στιγμή, αλλά για τους λάθος ανθρώπους.


Ποιο λουλούδι ανθίζει χωρίς νερό κι αγάπη;
Ποιο έργο ποιητή ζωγράφου ή μουσικού αξίζει να γίνει, χωρίς μάτια να το βλέπουν, χωρίς στόμα να το διαδώσουν, χορδές να το ταξιδέψουν στις έρημες συνοικίες;
Είμαστε ορφανοί χωρίς κριτικό λόγο, χωρίς την κοινότητα της κριτικής αντίληψης του κόσμου κι όχι μόνο της τέχνης.
Τα θέματα μας είναι θαμμένα σε χώματα ιερά και ψάχνουμε μέσα τους με επιμονή αρχαιολόγου. Τρυπούν όμως το χώμα μας, πάντα το τρυπούσαν, για να βρούνε πρώτοι αυτοί, πετρέλαιο για τα εργοστάσια που θολώνουν τον ήλιο μας και κρυώνουν την ψυχή μας.
Αυτοί σκλαβώνουν αιώνες τώρα την Αφρική για να αρπάξουν τον πλούτο της και την μολύνανε με τους Γιούς τους να βατεύουν την παρθένα έρημο. Αυτοί είναι οι μόνοι θεοί που καταστρέψανε τα τοτέμ και τις ιεροτελεστίες όλων των φυλών που κατοικούν στα απάτητα μέρη.
Εμείς όμως θα χρονογραφήσουμε τα πεπραγμένα τους να μείνουν στην ιστορία. Να λένε οι άνθρωποι: κάποτε ο κόσμος ήταν άδικος, κάποτε ο πλούτος ήταν η μεγάλη αρρώστια των πολλών, κάποτε αυτοί δεν είχαν μάτια, μύτη, αυτιά, ούτε ψυχή, κάποτε μόλυναν ο ένας τον άλλον και χάθηκαν.


Πώς θα ήταν
Αν δεν είχαμε λυγίσει κάτω από το βάρος της ενοχής του εμφυλίου
Αν δεν είχαμε ακολουθήσει τις ψευδαισθήσεις που ήταν μόνο ψευδαισθήσεις
Αν είχαμε την περηφάνια που είχε κάποτε ο αγρότης για το χωράφι του
Αν είχαμε την αξιοπρέπεια του μέσου εργαζόμενου, αυτόν που όλοι λοιδορούν,
χλευάζουν και θεωρούν ασήμαντο και άξιο της μοίρας του.
Αν γνωρίζαμε όλοι ότι η δημοκρατία δεν εφαρμόζεται μόνο στις εκλογές
Αν ξέραμε σε πόσο πλούσια χώρα κατοικούμε
Αν δεν είχαμε εμπιστευτεί τους πολιτικούς ιεροκήρυκες της άκοπης ευεξίας.
Κάπως έτσι φαντάζομαι θα ήταν σήμερα:
Με τα χρόνια θα είχαμε αποκτήσει αυτοπεποίθηση για το ζήτημα της ταυτότητάς μας και δε θα επιστρατεύαμε τους παπάδες. Αυτοί θα άνοιγαν το Άγιον Όρος στον γυναικείο πληθυσμό και η μελέτη της ιστορίας του Βυζαντίου θα είχε μεγάλη ανάπτυξη.
Τα χωράφια μας θα είχαν όλα τα αγαθά που ευλόγησε η φύση να καρπίζουν σ’ όλη
την δαντέλλα που λέγεται Ελλάδα.
(Α ναι δεν θα ντρεπόμαστε να λεγόμαστε Έλληνες).
Θα είχαμε εκβιομηχανίσει την αγροτική παραγωγή και θα εξάγαμε υπέροχο Κρητικό λάδι, ελιές Καλαματιανές, κρασί με άπειρες ποικιλίες, γαλακτοκομικά αγνά, καπνά, ξυνό νερό, φασόλια, ρεβύθια, φακές, ψάρια, κρέατα, σοφρίτο Κερκυραίικο, μαστέλο, μανούρα, στάκα, γαμοπίλαφο, μπουγάτσες, λουκούμια Συριανά, καΐκια, ψαροκάικα, τρεχαντήρια και βάρκες, παραγάδια, δίχτυα, μπανάνες Κρητικές, φρούτα, λαχανικά,
κι όλ’ αυτά αξιολογημένα από την αγροτική Moody’s, ως AAA.
Θα είχαμε εφαρμόσει το 35ωρο ως ανώτατο πλαφόν εργασίας κι αυτό θα ευχαριστούσε ακόμα τους παραγωγούς, γιατί ο ευχαριστημένος εργαζόμενος είναι πιο παραγωγικός.
Με τη εξαιρετική ποιότητα της δημόσιας παιδείας θα συνεργαζόμασταν με άλλα κράτη για τα προβλήματα του πλανήτη, τον υποσιτισμό στις χώρες της Αφρικής και την αυτονόμηση του εθνικού πλούτου της, την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών και θα πλουτίζαμε πνευματικά την ανάπτυξη του τόπου μας.
Θα είχαμε τον σεβασμό των γειτόνων και προτάσεις ανταλλαγών και συνεργασίας.


Θα φροντίζαμε τους ξένους, μετανάστες και πρόσφυγες να είναι ενταγμένοι στη χώρα μας με ίσους όρους, κανονικοί πολίτες.
Θα στηρίζαμε το σύστημα υγείας και θα φροντίζαμε την ζωή όλων των ηλικιών.
Θα στηρίζαμε τις τέχνες και τις επιστήμες με ανοιχτές διαδικασίες και συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Θα οργανώναμε ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών, με βασικό στόχο τον έλεγχο της εφαρμογής τη δημοκρατίας.
Θα οργανώναμε την έρευνα του ορυκτού και υποθαλάσσιου πλούτου με σεβασμό στο περιβάλλον και χωρίς βιασύνη, ελπίζοντας ότι θα εξάγαμε ενέργεια υπέρ του δημοσίου.
Θα είχαμε κάνει πολλές μελέτες τουριστικού σεβασμού, στο αστικό και στο αγροτικό τοπίο. Οι πόλεις μας θα ήταν καθαρές, με άρωμα προσδοκίας.
Θα είχαμε διαδίκτυο αλλά θα ξέραμε και ποιος ήταν ο Γιοβάν Τσαούς, γιατί θα στηρίζαμε πανεπιστημιακές μελέτες και διδασκαλία της σχέσης μας με το ιστορικό παρελθόν και τον πολιτισμό μας.
Θα είχαμε χρόνο να χαρούμε τη ζωή μας.
Θα είχαμε ποιοτικό θέατρο σε ανοιχτούς χώρους, όπως τα θερινά σινεμά.
Θα εξάγαμε και τέχνη φυσικά γιατί τα λεφτά δεν θα τα δίναμε στις τράπεζες.
Θα είχαμε κρατικοποιήσει τις τράπεζες.
Δεν θα χρωστάγαμε και θα χαρίζαμε αυτά που μας χρωστούνε και μπορεί κι άλλοι, ζηλεύοντας την γενναιοδωρία μας να χάριζαν τα χρέη του τρίτου κόσμου και να γινόμασταν εμείς μια αφορμή για την επανάσταση των αδικημένων.


Είμαστε μπροστά σε μια καταστροφή
σε βαθμό μη αναστρέψιμο.
Αισθάνομαι αδυναμία να κάνω κάτι γι’ αυτό.
Είμαστε σε πόλεμο και στον πόλεμο ζωγραφίζουμε διαφορετικά.
Κάνουμε οικονομία δυνάμεων όταν έχουμε χρόνο, τώρα ο χρόνος τέλειωσε.
Ποιος ξέρει τι θα ξημερώσει, κανείς δε ξέρει.
Πειραματιζόμαστε επί πτωμάτων,
Ανοίγουμε τα παλιά τεφτέρια,
Ξεκλειδώνουμε σκονισμένα ντουλάπια,
Ξεθάβουμε συνταγές που πιστεύαμε ότι είναι αχρείαστες πια.
Τα χοντρά κορμιά των εξουσιαστών μας κάθισαν στο σβέρκο,
Υπηρέτες του πάχους τους, σκύβουνε και ψάχνουν να δουν το φύλο τους μάταια.
Καμώνονται ότι γνωρίζουν το μέλλον σα χαρτορίχτρες
παραγγέλνουν υποταγή.
Οι δρόμοι γεμίσανε άδεια μάτια χωρίς ελπίδα.
Αυτό το αίσθημα που περιγράφω είναι τίποτα
μπροστά στους ποταμούς των αισθημάτων
στα κείμενα των ποιητών μας.
Τώρα όλα γίνανε κενή φόρμα, αστόχαστες φράσεις,
ακίνδυνη μαλακία που κρύβεται σε περίτεχνες προτάσεις,
Στυλ πάνω απ’ όλα στυλ.


Ας τελειώσουμε τις ζωές μας πολεμώντας
Μάχιμοι μαζί με τους Αιγύπτιους,
τους Αφγανούς, τους Σύριους
όλους τους μαύρους απ’ τη μοίρα τους Αφρικανούς,
Τους Βολιβιανούς,
Τους Χιλιανούς,
Τους δόλιους Ευρωπαίους,
Τους καμένους ακόμα μια φορά απ’ τα πυρηνικά Ιάπωνες
Μαζί θα ξεκινήσουμε την ξεχασμένη επανάσταση
Μαζί θα τιμωρήσουμε στις μεγάλες πλατείες τους προδότες
Παράδειγμα στο μέλλον των παιδιών μας
Είμαι περήφανος για τις οδυνηρές αναμνήσεις
για την ιστορία του τόπου μας,
για την ποιότητα των ανθρώπων που αντιστέκονται
γι’ αυτούς που δε βάζουν το συμφέρον τους πριν απ’ το συμφέρον των άλλων.


Advertisements