ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ

ΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΑΚΙ

Είδα στον ύπνο μου
μικρό πως ήμουν μερμηγκάκι
κι ότι στους ώμους μου βαρύ
φορτίο κουβαλούσα∙
είχα χαθεί σε δρόμους υπαρκτούς
και σε ανύπαρκτα
γλιστρούσα μονοπάτια
ν’ αφήσω το φορτίο μου
την λεία του χειμώνα.

Μαύρο πως ήμουν είδα
μερμηγκάκι
μικρό και πιο μικρό
από έναν κόκκο άμμου
περιπλανώμενο, ενοχικό
την άγρα της τροφής αν
σταματούσα.

Είδα παράξενο πως ήμουν
μερμηγκάκι
και πως ψηλά
τη μύτη μου κρατούσα
φοβόμουν είδα μέσα στην τρέλα της ζωής τον πυρετό
μήπως το πόδι
σε άλλο μερμηγκάκι θα δαγκώσω∙

κι όχι εκείνο το βαρύ που με πονά.

(Από το βιβλίο «Πρόσφυγας Θεός και άλλα ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης 2014)


O ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΘΕΟΣ

Χελώνα την εστία σου
στα χέρια κουβαλούσες
μεσ’ σε σακούλες πλαστικές
πολλές
λερές και τρύπιες∙
φοβησμένος
κύκλους έκανες
σε κεντρική πλατεία
κοντά στο σιντριβάνι
όπου πουλιά αθόρυβα πετούσαν∙
το χέρι άπλωνες
χαρά ζητούσες
γέλιο θεού και δάκρυ.

Μα κάποιος πέρασε
λοξά
κλώτσησε τον αέρα
ο λύκος εβρυχήθηκε
που μέσα του εκοιμάτο
-αράπη, είπε, πήγαινε εδώ
άλλος Θεός ορίζει.


(Από το βιβλίο «Πρόσφυγας Θεός και άλλα ποιήματα», εκδ. Γαβριηλίδης 2014)


ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΧΘΕΣ

Και σήμερα όπως και χθες
τα ίδια πράγματα
οι ίδιοι άνθρωποι
μονότονες ίδιες κινήσεις
οι δρόμοι με γνωρίζουν καλά
όπως εσένα η μπίρα.

Ξέρω, θα μου πεις
πως έξω κάνει κρύο
κι η βροχή πέφτει κάθετα
ακόμη πώς έρχεται άνοιξη

έτσι για ν’ αλλάξει η κουβέντα.

(Από το βιβλίο «Το καρφί του χρόνου», εκδ. Γαβριηλίδης 2010)