Παλαιάς ορχήσεως μνήμες: Για το βιβλίο του Γιώργου Σταματόπουλου «Ο χορός και ο εμφύλιος».

// Γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου //

Τι είναι αυτό το βιβλίο; Από τις πρώτες σελίδες ο συγγραφέας μας βοηθά να το προσεγγίσουμε καταλήγοντας ότι είναι «ειρηνευτικό και επομένως πολιτικό» αλλά, μας ψιθυρίζει, «και λογοτεχνικό». Αφήνομαι στον ψίθυρο αυτό. Νιώθω μια χαρά καθώς το διαβάζω. Απολαμβάνω την ανάγνωση. Μ’ αρέσουν οι λέξεις που διαλέγει. Λέξεις στολισμένες με τόνους, τα ξεχασμένα ψιμμύθιά τους. Λέξεις ενσώματες που μετέχουν στην επώδυνη και λυτρωτική διαδικασία της γραφής. Λέξεις που ξεδιπλώνουν μια ερωτική ταραχή. Βυθίζομαι στην γοητεία τους. Έχουν, ακόμα κι αν ψάχνω κάποτε την σημασία τους, κάτι το οικείο, θα έλεγα το μύχιο, που το προσφέρει ως αντίδωρο στον αναγνώστη του, καλώντας τον σε μία κοινή τελετουργία του συμπίνειν και του συντρώγειν. Όλο το βιβλίο κινείται σε χορευτικούς ρυθμούς, ισοδύναμο μιας συνειρμικής εξομολόγησης. Είναι ο ρυθμός αυτός που μεταμορφώνει τα διαβάσματα, τον συνεχή, τον παιγνιώδη διάλογο με την ελληνική αρχαιότητα, (θείοι και ξάδελφοι οι συγγραφείς της), την εγκιβωτισμένη αφήγηση για τη μάνα, τον πατέρα, τους γέροντες και τους νέους του χωριού, τους καρπούς, που διδάσκουν την λιτότητα, τον πλάτανο, έργο τέχνης αχειροποίητο, πάντα εκεί, στο κέντρο ενός κόσμου που έχει την καταγωγή του στα βουνά. Καθώς φαντάζομαι τον Γιώργο Σταματόπουλο να ακουμπά τις πολύτιμες λέξεις του σε ένα τετράδιο στο σπίτι του ή σε μια ξεχασμένη χαρτοπετσέτα στο καφενείο του χωριού, έρχονται μυρωδιές από τα βουνά, γενέθλιο τόπο και τόπο επιστροφής. Όσο και να τα έχει ενσωματώσει όταν φεύγει, κάτι, μια λεπτομέρεια από αυτές που διασχίζουν τόσο συχνά τον λόγο του, ένα νέο ερώτημα στην συνεχώς αγωνιώσα σκέψη του, μεταμορφώνουν την στιγμή και τότε τα αστέρια, ιδανικοί προσκυνητές, φωτίζουν τον άγιο αυτό τόπο που είναι ισοδύναμο όλης της γης. Της γης που ακμάζει και παρακμάζει χωρίς ποτέ (μέχρι τώρα) να σταματά τον επίμονο χορό της γύρω από τον ήλιο.

Όλο το βιβλίο έχει γραφτεί στα βουνά αυτά. (να ναι καλά ο Στράτος που, όπως λέει ο συγγραφέας, επέμενε!) Τα βουνά που μετρούν τους ανθρώπους, την ιστορία τους, την Ιστορία. Για να την καταυγάσουν με το δικό τους ιδιαίτερο φως. «Αν δεν περπατήσεις στις κορυφές των βουνών και άμα δεν κολυμπήσεις στην αλμύρα των θαλασσών πώς θα συναντήσεις το ζωντανό άγαλμα του είναι της» (πατρίδας). Ειδάλλως, θλιβερό η πατρίδα και ανιαρό η ζωή. Ο γενέθλιος τόπος πρωταγωνιστής. Όλα εκεί έχουν άλλη γεύση. Τα αμύγδαλα που τα ραβδίζει ο ιστός της σημαίας μετά από μία ακόμα νύχτα λελογισμένης μέθης στο καφενείο, τα φρέσκα καρύδια και τα σύκα, τα ροδάκινα. Άξιον εστί το είναι και το γίγνεσθαι καθώς πέφτει η «μεθυστική μουσική της σιωπής» το απόβραδο. Και η άλλη μουσική, η βιωμένη δρώσα αλληλεγγύη στην μετά τον εμφύλιο εποχή, που φωτίζει και τις νυν πράξεις του συγγραφέα.

Ο Σταματόπουλος αναφέρεται συχνά στον Νίτσε, (στον ακροβάτη της αρχής του «Τάδε έφη Ζαρατούστρας» ή στον «Ταξιδιώτη και τη σκιά του;»). Έχει στο νού του τις εμβληματικές εικόνες του χορευτή/δημιουργού που συνεχώς αναμετράται με τα ύψη και τα σκοτεινά βάθη. Και της σκέψης που χορεύει ή, όπως λέει ο ίδιος, του χορού που σκέφτεται. Δίπλα στον χορευτή/δημιουργό υπάρχει η άμεση συνομιλία με το δημώδες τραγούδι που μας θυμίζει ότι ο χορευτής προκαλεί αυτή την γη που θα μας πάρει, πατώντας την με το ποδάρι του. Ξέροντας ότι η γη αυτή δεν είναι κάποιο παγερό ιδεοληπτικό κατασκεύασμα όσων ερημώνουν και την γη και τον άνθρωπο, αλλά, για να θυμηθούμε τον Ελύτη, αυτή που δένει μόνον με τα πόδια όσων την πονούν, την αγαπούν.

Η γένεση του κακομούτσουνου, όπως λέει, νέου ελληνικού κράτους αντιμετωπίζεται επίσης με σκεπτικισμό και η σημερινή πνευματική δημιουργία των Ελλήνων θεωρείται σε μεγάλο βαθμό επιφανειακή και ασήμαντη. (Είμαστε ραγιάδες και άχρηστοι; Αν όμως ναι, τότε πώς θα λευτερωθούμε;).

Ο χορός ανταγωνιστής του διχασμού.(αν και ακόμα και τον διχασμό, την διχόνοια, με το άνοιγμα της ψυχής που τον διακρίνει, φτάνει να τον δει ως φορέα «ευεργετικής συνοχής»)  Ο χορός αντίπαλος του εμφύλιου, που σπαράζει την ψυχή, τον οίκο, την πόλη, τον κόσμο, καλείται να ενώσει, επιστρατεύοντας κάτι από την Εμπεδόκλεια, φιλότητα, την δύναμη εκείνη που αντιστέκεται στο νείκος, το ιδιωτικό και το συμπαντικό μίσος. Και για να μείνουμε μια στιγμή ακόμη στους προσωκρατικούς που αγαπά ο συγγραφέας, θα πρέπει, μας λέει, ο κύκλος του χορού να είναι σαν τον λόγον για τον οποίο μας μιλά ο Ηράκλειτος ξυνός, δηλαδή κοινός, ικανός να λέγει, να συλλέγει, να μαζεύει τα σπασμένα μας κομμάτια. Αντίθετος με την ιδίαν νόησιν, την ιδιωτική και κατά προέκταση ιδιο- τελή σκέψη και βούληση που καταστρέφει κάθε ενότητα και που αιώνες μετά θα καταγγείλει και ο στρατηγός Μακρυγιάννης ως διοτέλεια. Αν ο χορός έχει κάτι το κοινό, τότε ο χορός απευθύνεται στο κοινόν με την έννοια της ανθρώπινης κοινότητας, την συγκροτεί και την συνέχει. Μία από τις μεγάλες αγάπες του Γιώργου Σταματόπουλου: η κοινότητα όπως την έχει ζήσει εκ γενετής όπως την ζει έκτοτε ταξιδεύοντας κοντά σε άλλες κοινότητες, μικρές όσο ένα τραπέζι με κρασί, μεγάλες όσο μία ομάδα που επιτελεί τις πρωταρχικές ανάγκες των ανθρώπων. Πολλές τέτοιες αλληλέγγυες κοινότητες άνθισαν και ακόμη, έστω και με δυσκολία, ανθίζουν στον τόπο μας. Αρχέτυπο του χορευτή, προϊστορικού όπως και σύγχρονου, ο σαμάνας εξορκίζει, θεραπεύει επικοινωνεί με αυτό που ξεπερνά ότι φαίνεται και αγγίζει αυτό που είναι. Το τρομερό πεδίο όπου συναντώνται, συγκρούονται, όχι ως αφηρημένες ιδέες αλλά ως ρίγος, έρως και θάνατος. Γιός ή εγγονός του σαμάνα, ο χορευτής ισορροπεί μεταξύ έρωτα και θανάτου, πτήσης και πτώσης.

Τα λίγα που είπαμε φτάνουν για να δούμε ότι ο χορευτής του βιβλίου για το οποίο μιλάμε δεν είναι παρά το προσωπείο αλλά και το πρόσωπο του συγγραφέα, του συγγραφέα που δεν επαίρεται, αλλά καταφέρνει με καημό, με επιμονή να τελέσει την μαγγανεία: Να ξαναγεννήσει τα παλαιάς ορχήσεως λείψανα, αυτά που όπως λέει ο Αθήναιος αποτυπώνονται ακόμα στις στάσεις των αγαλμάτων γι’ αυτό και νιώθουμε, όταν το νιώθουμε, ότι τα αγάλματα είναι ζωντανά, ως νεογέννητα βρέφη της δημιουργίας. Μιλήσαμε για τον ορχηστή ως συγγραφέα/τελεστή, ως φορέα μνήμης και αγωνίας. Όρχηση, συγγραφή, γέννηση αυτού του ζωοποιού κάτι πουσυμβαίνουν όμως ως ευτυχές γεγονός μόνον εντός μιας ψυχής και μιας κοινότητος που είναι ικανές να θυμούνται και να ονειρεύονται. (Χορός θηλασμός, χορός κραυγή.)  

Όπως είπα πριν, το βιβλίο του Γιώργου είναι γραμμένο στο πολυτονικό. Πρόκειται για μια επιλογή που δεν είναι μόνο αισθητική, αν με αυτή την έννοια ορίζουμε μόνον κάτι που έχει να κάνει με μια κομψότητα αδιάφορη για την ουσία. Είναι επιλογή κόντρα στο κυρίαρχο μοντέλο της εκπαίδευσης σήμερα. Της εκπαίδευσης που καραδοκεί να εξορίσει την Αντιγόνη και τον Επιτάφιο και γενικά το περιττό που μας κάνει ανθρώπους. Πολυτονική υπήρξε η ελληνική γραφή για είκοσι τόσους αιώνες μέχρι που καταργήθηκε επί ΠΑΣΟΚ κυριολεκτικά εν μία νυκτί από μια μειοψηφία κουρασμένων βουλευτών. Και ο λόγος που προτάθηκε τον 3ο αιώνα ήταν διότι έπρεπε να εξασφαλιστεί η ενότητα όχι πια μιας πόλεως κράτους αλλά της οικουμενικής κοινότητας που ίδρυσε η κατάκτηση του Αλεξάνδρου και που όπως έγραψε τόσο καταλυτικά ο Καβάφης στο πλην Λακεδαιμονίων μιλούσε την «κοινήν ελληνική λαλιά». Λίγοι μάλλον θα θυμούνται ότι μεταξύ αυτών που κατήγγειλαν εντονότατα την κατάργηση των τόνων ήταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης και το επιχείρημά του ήταν απλό. Χωρίς τους τόνους, έλεγε, τα παιδιά μας «δεν θα μπορούν να διαβάζουν ούτε τους αρχαίους στο πρωτότυπο ούτε τον μεγαλύτερο Νεοέλληνα συγγραφέα, τον Παπαδιαμάντη».   

Στο βιβλίο του Γιώργου Σταματόπουλου οι αρχαίοι έλληνες προσωκρατικοί λυρικοί, τραγικοί, ο Πλάτωνας, οι σοφιστές κρατούν μια ηγεμονική θέση. Οι αντιπαραθέσεις τους, που ο συγγραφέας γνωρίζει καλά, δεν εμποδίζουν να τους βλέπει ως ένα θετικό πολιτισμικό συνεχές. Αντιθέτως, το Βυζάντιο με τον πολυεθνικό χαρακτήρα (αλλά και ο οθωμανικός ζυγός, με την άνθηση των κοινοτήτων) δεν μοιάζει να τον συγκινούν. Η γένεση του κακομούτσουνου, όπως λέει, νέου ελληνικού κράτους αντιμετωπίζεται επίσης με σκεπτικισμό και η σημερινή πνευματική δημιουργία των Ελλήνων θεωρείται σε μεγάλο βαθμό επιφανειακή και ασήμαντη. (Είμαστε ραγιάδες και άχρηστοι; Αν όμως ναι, τότε πώς θα λευτερωθούμε;) Θα μπορούσε κανείς να αντιπαραθέσει μια μακρά επιχειρηματολογία για να αντικρούσει τις απόψεις αυτές. Το Αφγανιστάν, η Ινδία, η Κίνα γνώρισαν τον ελληνικό και κατ’ επέκταση τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από τους διαδόχους. Η νίκη των εικόνων στο Βυζάντιο (το Ελλαδικό θέμα και ο Πάπας οι πιο βασικοί υπέρμαχοι) υπήρξε η προϋπόθεση του θριάμβου της παραστατικότητας στην Αναγέννηση και η γέννηση του Ελληνικού κράτους το 1821 καθοριστική ήττα της Ιεράς Συμμαχίας και, για να αφήσουμε την δημιουργία του 20ου αιώνα, που δεν έχει ανάγκη την υπεράσπισή μας, εκατοντάδες και χιλιάδες νέοι έλληνες δημιουργοί αξίζουν, όπως σωστά τονίζει ο Νάνος Βαλαωρίτης, τον θαυμασμό μας.      

Αυτό όμως που πρέπει να κατανοήσουμε είναι πως και εκεί όπου ο συγγραφέας μας παρουσιάζεται αρνητικός δεν λειτουργεί σαν μέλος ενός δογματικού ιερατείου ή δικαστηρίου αξιών. Απεχθάνεται κάθε δόγμα, και αυτό είναι η στάση της ζωής του. Αν κάποιες φορές απόψεις του μοιάζουν να αντικρούουν άλλες, είναι γιατί η γραφή του, ο χορός του θα έπρεπε μάλλον να πούμε, είναι καρπός ερωτικής αγωνίας. Ο Γιώργος Σταματόπουλος, όπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο αυτό, δεν είναι ερωτευμένος μόνο με τα βουνά του και με τον μεθυστικό αέρα της ιδιαίτερης πατρίδας του. Είναι ερωτευμένος με το σώμα της Ελλάδας που την ονειρεύεται ευφρόσυνη και δημιουργική, ενώ ξέρει πολύ καλά πόσο είναι τραυματισμένη και πάσχουσα, καθώς και με τον Κόσμο ολόκληρο κι ας οδεύει, όπως μας λένε τα δελτία των 8 μμ., σε όλο και πιο μαύρες ώρες. Περιμένει το νέο μεγάλο έργο που, όπως η Ιλιάδα στο παρελθόν, θα μπορέσει να δημιουργήσει και πάλι ένα έθνος ή όπως αλλιώς το πούμε, μεγάλη κοινότητα, λαό, κοινωνία. Η οργή του, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε πολύ πιο δίκαιη, είναι και αυτή μια τελετουργία, ένας εξορκισμός για να ξεπεραστούν με κάθε τρόπο τα δεινά που σωρεύονται όλο και πιο πολύ. Όπως κάνουν τόσο συχνά οι παράφοροι εραστές, πολιορκεί παθιασμένα το παγωμένο αντικείμενο της αγάπης του για να του εμφυσήσει ζωή και ελπίδα.   

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.