Οι γενιές των ανθρώπων. Για μια συνάντηση πέρα από το στερεότυπο (Μέρος Β’)

 

// Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης //

Υπάρχει εναλλακτικός δρόμος; Τα θραύσματα μιας πρότασης.

Μια βαθιά δυσανεξία που κάποτε παίρνει το πρόσωπο της ριζικής αγωνίας είναι ο καρπός αυτού του ρήγματος ανάμεσα σε ηλικίες, κοινωνικές κατηγορίες και ομάδες και ολόκληρες κοινωνίες, λαούς και θρησκείες. Ανάμεσα τελικά στον άνθρωπο με τους άλλους ανθρώπους και τον εαυτό του. Υπάρχει δρόμος ίασης του τραύματος, αναπλήρωσης της απώλειας, ανάκτησης της δύναμης που επιτρέπει στον άνθρωπο να περάσει από την επιβίωση στην ζωή; Ποιο είναι το τραύμα, ποια η απώλεια, ποια η ζητούμενη δύναμη ζωής;

Οι πρεσβύτεροι δεν θα βρουν την λύση ούτε στην δαιμονοποίηση των νέων, αλλά ούτε και στη μεταμφίεση τους σε νέους είτε σε… νεόφιλους. Η ψευδο- νεανική γλώσσα, η νεάζουσα εμφάνιση και συμπεριφορά είναι μόνον μια απεγνωσμένη και καταδικασμένη προσπάθεια των παλαιότερων να παγώσει ο χρόνος μέσω ενός θλιβερού, τελικά, «εκσυγχρονισμού» που καθιστά τον ηλικιωμένο άνθρωπο πρόσωπο τραγικωμωδίας. Επισφραγίζει την άρνησή του να δει, να αποδεχθεί το χρόνο που μας γράφει όσο και να αγκαλιάσει όχι το ποσοτικό ή το προσχηματικό αλλά το πραγματικά νέο που είναι πάντοτε κυρίως θέμα όχι ληξιαρχείου αλλά ουσίας. Κάτι που δεν θα κατανοήσει ποτέ αν δεν κατορθώσει να είναι ο εαυτός του.

Αλλά και η τάση κάποιων νέων να απαξιώσουν, να απωθήσουν το παρελθόν και να συγκρουστούν με τους εκπροσώπους του, είναι κάτι που εγγυάται την επιστροφή του απωθημένου παρελθόντος ως συμπτώματος και την ψυχαναγκαστική επανάληψη των χειρότερων πτυχών του. Η τάση αυτή ευνοείται από μια σειρά παράγοντες:

• Πρώτον, το ρεύμα της ανέξοδης και τελικά απολιτικής πρόκλησης για την πρόκληση,

• δεύτερον, την τάση απώθησης του οδυνηρού και του δύσκολου και,

• ακόμα, την εξάπλωση της τυφλής βίας που αναφέρθηκε λίγο πιο πάνω.

Αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί νέοι καταδικάζουν την όποια παρουσία και εξουσία των προγενέστερων, συχνά όμως περνούν από την καταγγελία, την καταδίκη και τη σύγκρουση, στην υποταγή και την αφομοίωση, καταφέρνοντας τελικά να επαναλάβουν ό,τι απεχθάνονται σε χειρότερη ενδεχομένως μορφή του.

Θα παραιτηθούμε, θα παραδοθούμε και θα κατεβάσουμε τα χέρια; Και πώς μπορούμε να αντιδράσουμε; Ας ξεκινήσουμε από κάποια στοιχεία που διαφοροποιούνται θετικά από αυτό το ζοφερό τοπίο.

• Το πρώτο είναι η σημαντική συγκριτικά αντοχή της ελληνικής οικογένειας, που αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο η κρίση δεν έχει τελείως διαλύσει την κοινωνία της χώρας. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι έτοιμοι να σταθούν πλάι στα παιδιά τους σε μια εποχή όπου οι σπουδές, πάντοτε κοστοβόρες, η εργασία, οι σχέσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες και πολλοί νέοι που δεν γυρνούν την πλάτη, όταν οι μεγαλύτεροι δοκιμάζονται για οποιοδήποτε λόγο.

• Το δεύτερο, μια αμείωτη εντυπωσιακή προσήλωση πολλών νέων σε δημιουργικές ασχολίες όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, αν και γνωρίζουν πως οι ασχολίες αυτές δεν φέρνουν χρήματα. Και επίσης παρέες νέων που επιμένουν να συζητούν, να αναζητούν λύσεις και να επιζητούν τον διάλογο με μεγαλυτέρους τους -που δεν ανήκουν υποχρεωτικά σε αυτούς που θεωρούνται αναγνωρίσιμοι- ή να προωθούν δράσεις που δεν υπαγορεύονται από κομματικές γραμμές ή από επιχειρηματικά συμφέροντα. Γενικότερα θα λέγαμε ότι η δοτικότητα δεν είναι κάτι που έχει χαθεί από την ελληνική κοινωνία. Αυτό είναι και το κεφάλαιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί οποιαδήποτε προσπάθεια ανάκαμψης. Με τον όρο ότι η κοινωνία αυτή θα μπορούσε να βρει μια πραγματική προοπτική και ελπίδα.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ο καταναλωτισμός και η παγκοσμιοποίηση, που απλώνονται σε πλανητικό επίπεδο ασχέτως των προβαλλομένων ιδεολογιών, προκαλούν σήμερα, ενώ μάλιστα διατείνονται το αντίθετο, τον αυξανόμενο κατακερματισμό των κοινωνιών, την απομόνωση των ανθρώπων. Άνθρωποι με τις καλύτερες προθέσεις αγνοούν σε μεγάλο βαθμό τι κάνει και από τι υποφέρει ο διπλανός τους, ακόμη και αν αυτός είναι φίλος ή συγγενής τους. Ίδιο του κάθε χρώματος καπιταλισμού είναι τόσο το να αστυνομεύει και να ευνουχίζει, από την πρώτη κιόλας ηλικία, όσο μπορεί τις δημιουργικές δυνάμεις των ανθρώπων, όσο και να δυσκολεύει να γνωρίσουμε πραγματικά το διπλανό μας. Έτσι, το στερεότυπο και το περίπου, που μας κάνουν να βλέπουμε καρικατούρες εκεί όπου υπάρχουν ζωντανοί παλλόμενοι άνθρωποι, γίνονται φυλακές που εγκλείουν τον καθένα μας, εμποδίζοντας σημαντικά την ουσιαστική συνάντηση με στόχο την απελευθερωτική σκέψη και πράξη.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον άλλο, άνθρωπο ή και λαό, αν δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Αλλά επίσης δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας, και μάλιστα τον εαυτό μας όχι μόνον ως υπάρχουσα πραγματικότητα αλλά και ως δυνατότητα που θα τον απελευθερώσει, αν δεν συναντηθούμε με τον άλλο, με τον άλλο κάθε ηλικίας, φύλου, φυλής, μέσα από μια ουσιαστική σχέση, αν δεν αναγνωρίσουμε, για να κλέψω τα λόγια της πλατωνικής Διοτίμας στο Συμπόσιο, τον εαυτό μας καθρεφτισμένο μέσα στα μάτια του άλλου. Πρόκειται για την αναγνώριση του εαυτού μας μέσα στον άλλο, μέσα στη σχέση και την κοινή πράξη με τον άλλο, η οποία εγγράφεται στον αστερισμό του έρωτα, της ελευθερίας και της δημιουργίας και αντιστρατεύεται το φόβο, τη διάλυση, την ιδιώτευση και την ιδιοτέλεια, με μια λέξη, τις πολυπρόσωπες δυνάμεις του θανάτου.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας αν δεν συναντηθούμε με τον άλλο, με τον άλλο κάθε ηλικίας, φύλου, φυλής, μέσα από μια ουσιαστική σχέση, αν δεν αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας καθρεφτισμένο μέσα στα μάτια του άλλου. Πρόκειται για την αναγνώριση του εαυτού μας μέσα στον άλλο, μέσα στη σχέση και την κοινή πράξη με τον άλλο, η οποία εγγράφεται στον αστερισμό του έρωτα, της ελευθερίας και της δημιουργίας και αντιστρατεύεται το φόβο, τη διάλυση, την ιδιώτευση και την ιδιοτέλεια, με μια λέξη, τις πολυπρόσωπες δυνάμεις του θανάτου.

Δεν θα μπορούσαμε όμως να πραγματοποιήσουμε τέτοια βήματα αυτογνωσίας αν δεν καταφέρουμε να τα βρούμε με αυτό το προσωπείο του Ιανού που είναι ο χρόνος. Αν δεν καταφέρουμε να συλλάβουμε το μέλλον όσο αυτό ακόμα κρύβεται στο χώρο της αφάνειας που είναι το παρόν, αν δεν καταφέρουμε να ελευθερώσουμε το παρελθόν από το δεσμωτήριο της λήθης, αν δεν καταλάβουμε ότι οι δύο αυτές όψεις δεν είναι παρά τα δύο αλληλένδετα πρόσωπα του παρόντος μας. Το να δούμε παρελθόν και μέλλον σαν όψεις ενός δημιουργικού παρόντος δεν είναι απλώς ζήτημα στοχασμού. Η παλιά συνταγή «έργα όχι λόγια» μπορεί να εξέφραζε και μια διαμαρτυρία απέναντι στην ακατάσχετη και άκαρπη φλυαρία. Συχνά όμως οδηγεί και σε μια υποτίμηση του λόγου και σε δράση χωρίς σκέψη. Ο λόγος που αναμετριέται με κάθε πτυχή του χρόνου για να χαράξει μελλοντικές προοπτικές είναι ήδη πράξη, δημιουργία, δημιουργία η οποία συμβάλλει στη γλώσσα που θα μας επιτρέψει να απευθυνθούμε στον εαυτό μας και στον άλλο.

Όταν συλλαμβάνουμε τα πρόσωπα των άλλων στον κόσμο του συμβολικού στοιχείου και στη φαντασία μας, αντιλαμβανόμαστε με έκπληξή μας, ότι έχουν μια περίεργη συμπεριφορά. Όποιος βλέπει ένα όνειρο ανακαλύπτει ότι τα πρόσωπα των άλλων που εμφανίζονται σε αυτό έχουν συχνά μια δική τους «αυτενέργεια». Χρησιμοποιούν λέξεις και κάνουν πράξεις άλλες από τις αναμενόμενες και ωστόσο τόσο αληθινές που μας κάνουν να καταλαβαίνουμε γιατί, για τον Όμηρο, στο Β’ της Ιλιάδας, ο Όνειρος είναι μια αυτόνομη δική του ανεξάρτητη οντότητα, κάτι περισσότερο από μια κατασκευή της ψυχής μας. Αλλά και όποιος δοκιμάζει να γράψει ένα σενάριο, ένα θεατρικό έργο ή ένα μυθιστόρημα, δεν ελέγχει πλήρως τα πρόσωπα που έχει φανταστεί. Και αυτό διότι τα πρόσωπα αυτά αποκτούν μέσα στην γραφή ένα είδος δικής τους αυτόνομης ζωής, γλώσσας και συμπεριφοράς. Και ο ικανός συγγραφέας, ακόμα και αν δεν δανείζεται μορφές από την πραγματικότητα, κερδίζει αν υποτάσσει, ελεγχόμενα βεβαίως, σε σημαντικό βαθμό τη φαντασία του σε αυτά δίνοντάς τους επαρκή ελευθερία να πράττουν και να μιλούν.

Ο πολιτικός, από την πλευρά του, διατείνεται συνήθως ότι γνωρίζει, ελέγχει και διαμορφώνει όχι το χώρο του συμβόλου και της φαντασίας αλλά αυτόν της πραγματικότητας. Ο πολιτικός ρεαλισμός, δηλαδή η πολιτική που χρειάζεται για να κυριαρχήσεις πραγματικά, για να έρθεις και να μείνεις «στα πράγματα», είναι πολύ συχνά ο κόσμος της υπαρκτής πολιτικής, ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις όπου η πολιτική ρητορική διατυμπανίζει ότι βασίζεται σε οράματα και ευαισθησίες. Μ’ όλα ταύτα, τα όντα στα οποία αναφέρεται ένας πολιτικός κινδυνεύουν να μην είναι υπαρκτά και αυτόνομα πρόσωπα, με δική τους φωνή και βούληση, αλλά άψυχοι αριθμοί, τεμαχισμένα αποκόμματα γενικών ιδεών, όπως η ανθρωπότητα, το έθνος, η τάξη, ή ο,τιδήποτε άλλο, που πρέπει να τακτοποιηθούν στο σχέδιο που αυτός, ο υποψήφιος είτε ο καθιερωμένος ηγέτης έχει συλλάβει.

Όσα λέγονται εδώ δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αποδεχθούμε την παραίτηση από την πολιτική, αλλά μόνον την απόσταση από όσους θέλουν μια πολιτική ερήμην των πολιτών. Η πιο πολιτική πράξη σήμερα είναι να στραφούμε στη δύσκολη αναζήτηση υπαρκτών ανθρώπων, λίγων ή πολλών, που να έχουν σημασία για μας, με όλες τις ιδιαιτερότητες και τις αντιφάσεις που έχει κάθε ζωντανό πλάσμα. Η ίδια η συνειδητοποίηση του στόχου αυτού και η προσπάθεια να τον υλοποιήσουμε είναι από μόνη της πολιτική πράξη, σημαντικότερη από την αναφορά σε κάποιες μάζες που είτε δεν υπάρχουν είτε αντιμετωπίζονται σαν κοπάδια. Οι άνθρωποι για τους οποίους μιλώ, κάθε τόπου, φύλου, ηλικίας, δεν έχουν την ίδια γλώσσα, τα ίδια ενδιαφέροντα, την ίδια εικόνα για τα προβλήματα, όπως εμφανίζονται μέσα στην δεινή καθολική κρίση. Δεν είναι νομοτελειακά καλύτεροι ή χειρότεροι από τους υπόλοιπους ανθρώπους και αυτό ισχύει και για το ζήτημα των σχέσεων των γενεών, από όπου ξεκίνησε το κείμενο αυτό. Όμοια σε μεγάλο βαθμό με τα διαδοχικά ανθρώπινα γένη που μας παρουσιάζει ο Ησίοδος στο ποίημα Έργα και Ημέραι, και οι σημερινοί άνθρωποι διαφέρουν σε ένα βαθμό, αλλά δεν οδηγούνται αναπόδραστα ούτε στην ακμή ούτε στην παρακμή, δεν είναι καλύτεροι ή χειρότεροι. Καμιά νομοτέλεια δεν μπορεί να μας σώσει είτε να μας αφανίσει. Καμία πρόοδος, λέξη που σημαίνει απλώς ότι προχωρούμε σε ένα δρόμο που πρέπει να καταλάβουμε αν είναι καλός ή κακός, και καμιά παρακμή, δεν θα ορίσει την μοίρα μας που εξαρτάται όχι από κάποια νομοτέλεια αλλά από την ανθρώπινη δράση. Καμιά ανάπτυξη δεν είναι υποχρεωτικά εγγύηση ευτυχίας ή ακόμη και ζωής. Και κανένα έτοιμο σχέδιο δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημά μας. Ας αρχίσουμε όμως άμεσα με ψήγματα πραγματικών λέξεων, σχέσεων, πράξεων και με την ελπίδα ότι αυτές θα βρουν, από μας ή από άλλους, μια πληρέστερη αξιοποίησή τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.