Οι γενιές των ανθρώπων. Για μια συνάντηση πέρα από το στερεότυπο (Μέρος Α’)

// Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης //

 

Ό,τι χωρίζει ή ενώνει τις γενιές . «Τι είναι αυτό που χωρίζει την ποίηση της γενιάς σας από την σημερινή;», ρώτησε, πριν από χρόνια, ένας όχι εντελώς νέος, κύριος, τον Γιώργο Σεφέρη, μια βραδιά που είχα την τύχη να παρακολουθήσω διάλεξη του ποιητή από κοντά. «Η ποίηση είναι για να ενώνει τις γενιές και όχι να τις χωρίζει», του απάντησε εκείνος. Ένιωσα τότε ότι τα λόγια του με εξέφραζαν απόλυτα, γιατί αυτό που γύρευα ήταν να συναντήσω το δημιουργό του «Ερωτικού λόγου» και όχι να βρω τι με χωρίζει από αυτόν. Ανακαλώντας, όμως, τη σκηνή εκείνη, νιώθω πως οι τωρινές συνθήκες μάς υποχρεώνουν να ξανασκεφτούμε τα λόγια του κορυφαίου μας ποιητή αλλά και την ερώτηση που τα προκάλεσε. Ο λόγος είναι ότι το χάσμα ή/και ο διάλογος των γενεών προβάλλουν σήμερα ως ερώτημα και στοίχημα με όλο και πιο μεγάλη οξύτητα, ενώ η απάντηση παραμένει ζητούμενη.

Είχα ανέκαθεν μια καχυποψία για το χωρισμό των ανθρώπων και των έργων σε γενιές, όλες αυτές τις ετικέτες για τη «γενιά του τριάντα», και τις άλλες γενιές, της Κατοχής, του 1-1-4, του Πολυτεχνείου και ούτω καθ’ εξής. Και αυτό διότι, πιστεύω ότι ο άνθρωπος, και ακόμη πιο πολύ ο άνθρωπος που δημιουργεί, σε οποιοδήποτε – καλλιτεχνικό ή μη- πεδίο είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος και για αυτό η ένταξή του σε γενιές, τάξεις, έθνη, θρησκείες έχει σχετική μόνον αξία. Ζούμε, εννοείται, έστω και αν κάποτε ευχόμαστε το αντίθετο, μέσα σε μια ασταμάτητη ροή του χρόνου που αλλάζει τα πάντα με τρόπο που να μας κάνει να συμφωνούμε με τον Ηράκλειτο ότι ποτέ δεν μπορούμε να μπούμε στον ίδιο ποταμό, αφού τα νερά του, καθώς κυλούν, αλλάζουν κάθε στιγμή. Αλλά συνεχίζω να πιστεύω ότι η αλλαγή αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετική για τον καθένα και πως μέσα στη κάθε γενιά μπορούμε να βρούμε το καλύτερο και το χειρότερο.

Είχα επίσης ανέκαθεν, από την πρώτη μου ακόμα νεότητα, μια δυσπιστία για την αύρα, το σχεδόν θεολογικό φωτοστέφανο, που καλύπτει την έννοια του νέου και την εξιδανίκευση των νέων. Έβλεπα με καχυποψία το επίθετο νέος/νέα/νέο να στολίζει πολιτικά κόμματα, συχνά καθόλου προοδευτικά ή κάποτε και καθόλου δημοκρατικά, καλλιτεχνικά ρεύματα και πάσης φύσεως καταναλωτικά προϊόντα, όπως πολύ συχνά τα απορρυπαντικά. Για μένα το να είναι κάποιος χρονικά νέος, όπως και το να είναι χρονικά νέο ένα έργο ή ένα προϊόν ήταν και είναι μόνον ποσοτικό και όχι ποιοτικό δεδομένο. Όσο για την τυφλή ψυχική επένδυση σε ό,τι το νέο, με την παράλληλη απέχθεια για το παλαιότερο, είναι στην πραγματικότητα ό,τι το πιο παλιό ή, όπως λέμε στο θέατρο, «βέκιο»: Προϊόν δηλαδή μιας ανεξέλεγκτης παλινδρόμησης ή καλύτερα υποτροπής σε πρωτόγονες καταστάσεις, από τις οποίες ό,τι καλύτερο γνώρισε η ανθρωπότητα έχει από χιλιετίες απομακρυνθεί. Αρνούμενος την υποταγή σε τέτοια τυφλά ανακλαστικά, πίστευα και πιστεύω ακόμη ότι υπάρχουν υπέροχοι είτε άθλιοι νέοι, όπως και υπέροχοι ή άθλιοι γέροντες και οι πολύ πρόσφατες πολιτικές εμπειρίες στη χώρα μας επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη. Και γι’ αυτό νιώθω ότι το να είσαι ουσιαστικά νέος, το να παράγεις το ουσιαστικά νέο δεν είναι δεδομένη κατάσταση αλλά δύσκολη κατάκτηση. Όσο για τον έπαινο –για την ακρίβεια το γλύψιμο- των νέων, από τα χείλη των μεγαλύτερων που κατέχουν θέσεις εξουσίας, τον θεωρούσα πάντα ένα πολύ γερασμένο κλισέ είτε, χειρότερα ακόμη, μια ύπουλη γεροντική συνωμοσία εναντίον της νεότητας, την οποία οι κραυγαλέοι υμνητές της επιζητούν συχνά να εκμεταλλευτούν προς ίδιον όφελος.

Παρ’ όλα αυτά, με κίνδυνο να θεωρηθώ αντιφατικός, θα αποδεχθώ ότι σήμερα αντιμετωπίζουμε τόσο ένα επικίνδυνο χάσμα γενεών – υπαρκτό σε πάρα πολλές χώρες- όσο και μια σειρά από ιδιαίτερα δραματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην Ελλάδα και αλλού. Το ζήτημα των γενεών είναι πανευρωπαϊκό και γενικότερα οικουμενικό. Συνδέεται εν πολλοίς με τις συνθήκες που γέννησαν ο καταναλωτισμός και η παγκοσμιοποίηση, ενώ οι σχέσεις των γενεών μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο και στην κοινωνία έχουν δυσκολέψει και η αιτία είναι οι βαθιές πολιτισμικές αλλαγές σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο γονέας και ο δάσκαλος ως θεσμοί, και οι παραδοσιακοί κώδικες που υπαγόρευαν τη σχέση των νεώτερων με αυτούς έχουν διαταραχθεί πολλαπλά. Εννοείται ότι καταπιεστικές και επιθετικές συμπεριφορές των πρεσβύτερων, γονέων. δασκάλων, εκφραστών της κάθε εξουσίας προς τους νεώτερους, συνεχίζουν να υπάρχουν. Ούτε όμως και αυτές δεν εγγυώνται τη δια της βίας πολιτισμική συνέχεια και την κοινωνική συνοχή, όπως δεν την εγγυώνται και οι άλλες που βρίσκονται στον αντίποδα, η ευθυνοφοβία, η επιτρεπτικότητα και η παραίτηση πολλών ανθρώπων από το να αναλάβουν το ρόλο του γονέα, του δασκάλου κ.λπ. με όλα τα ρίσκα και τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται. Για κάποιους διανοητές, η σχετικά πρόσφατη αυτοκατάργηση αυτών που θα κρατούσαν το ρόλο του κοινωνικού οδηγού ξεκινά σαν μια φοβική αντίδραση στα κινήματα αμφισβήτησης στον Δυτικό κόσμο. Ωστόσο, αντίστοιχα φαινόμενα παρουσιάζονται και σε μη Δυτικές κοινωνίες, όπως συμβαίνει στην Ινδία και στην Κίνα, όπου η απομάκρυνση από παραδοσιακούς ηθικούς, αισθητικούς και άλλους κώδικες είναι εντυπωσιακή, αλλά υπακούει σε αρκετά διαφορετικά αίτια.

Μια σημαντική παράμετρος του ζητήματος είναι η τεχνολογική. Η τηλεόραση και το διαδίκτυο έχουν γίνει αναπόσπαστο τμήμα της ζωής μας. Η τηλεόραση βασιλεύει ανά τον κόσμο ακόμη σε γειτονιές όπου δεν υπάρχει ύδρευση και αποχέτευση. Κάποιες φορές παράγει σημαντικό έργο, πολύ συχνά όμως υποκαθιστά με το χειρότερο τρόπο το γονέα, το δάσκαλο, το δικαστή και τον ιερέα και καθιστά τον οποιοδήποτε αστοιχείωτο «αναγνωρίσιμο» και συνεπώς ικανό να διεκδικήσει πολιτική και κοινωνική εξουσία. Όσο για το διαδίκτυο, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, με την προϋπόθεση αυτός που το χρησιμοποιεί να διαθέτει μέσα από άλλες, παραδοσιακές, πηγές όπως το βιβλίο και η άμεση διανθρώπινη επικοινωνία, τα εργαλεία για να ελέγχει την εγκυρότητά του. Και αυτό διότι παρέχει μια γρήγορη μεν αλλά και συχνά επισφαλή γνώση, καθώς επίσης και μια καταιγιστική, αλλά πολλές φορές κατευθυνόμενη και παραπλανητική, πληροφόρηση. Το facebook, όπως καταγγέλθηκε σχετικά πρόσφατα, επιτρέπει το φακέλωμα ολόκληρων κοινωνιών. Επιπλέον, ωθεί τους χρήστες του να δημοσιοποιούν ακόμη και τις πιο μύχιες πτυχές της ζωής τους, καταργώντας ή έστω ευτελίζοντας το βίωμα προς χάριν μιας εικονικής δημοτικότητας, μεταξύ των πλασματικών «φίλων» των οποίων η φιλία σχεδόν ποτέ δεν επαληθεύεται στην πραγματική ζωή. Όσο για τα συνεχώς εξελισσόμενα κινητά τηλέφωνα, προσφέρουν το οξύμωρο δώρο μιας πολυεπίπεδης επικοινωνίας που ταυτόχρονα μπορεί να μετατραπεί σε κυριολεκτική απομόνωση από το περιβάλλον, ενώ ανεπαισθήτως μας προσδένουν σε έναν επιτηρούμενο κόσμο.

Η συνεχής καταιγιστική αυτή εξέλιξη πολλών μηχανών που σχετίζονται με την καθημερινότητά μας έχει, εννοείται, ως συνέπεια να απαρχαιώνεται και να καθίσταται από δύσχρηστο έως άχρηστο κάθε μοντέλο που λίγο πριν είχε προβληθεί και πουληθεί ως ο απόλυτος νεωτερισμός. Η αύρα του νέου, προβεβλημένη από τη διαφήμιση, είναι αυτή που του προσδίδει την αξία φετίχ που του επέτρεψε να μετατραπεί, όπως πρώτος διέγνωσε ο Μαρξ, από προϊόν σε εμπόρευμα*. Αλλά και η αύρα με την οποία θα περιβληθεί το προϊόν που ταχύτατα θα το διαδεχθεί, θα είναι και αυτή που θα το θανατώσει με τη σειρά του. Το κάθε νέο και σύγχρονο καταναλωτικό προϊόν θα θανατωθεί από το πιο νέο και σύγχρονο.

Το να είσαι ουσιαστικά νέος, το να παράγεις το ουσιαστικά νέο δεν είναι δεδομένη κατάσταση αλλά δύσκολη κατάκτηση

Το ζήτημα σε ανθρώπινο πια επίπεδο είναι ότι και ο χρήστης που είχε εξοικειωθεί με το προηγούμενο και απαξιωμένο πλέον προϊόν καλείται τώρα να προλάβει, ασθμαίνοντας, να εξοικειωθεί με το διάδοχο και φονέα του, αν τυχόν έχει τα χρήματα να το αποκτήσει, και τη νοητική και ψυχοσωματική ικανότητα να το χειριστεί. Η καταιγιστική αυτή εξέλιξη δεν δημιουργεί δηλαδή μόνον με ένα ξέφρενο ρυθμό νέες γενεές ετοιμοθάνατων προϊόντων, που συχνά βρίσκονται η μια πολύ μακριά από την άλλη, αλλά και γενεές ανθρώπων που μπορεί να χωρίζονται όχι μόνον από οικονομικά, ηλικιακά και πνευματικά αλλά και από τεχνολογικά χάσματα. Οι προηγούμενες γενιές δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις συνεχώς διαφοροποιούμενες τεχνολογικές απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Και ταυτόχρονα δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τις νεώτερες, στις καινοφανείς και συνεχώς διαφοροποιούμενες γλώσσες των νέων τεχνολογιών, πράγμα που σημαίνει ότι το χάσμα μεταξύ μηχανών μπορεί να μεταλλαχθεί σε χάσμα μεταξύ ανθρώπων. Τόσο για τεχνικούς λόγους όσο και διότι η τεχνολογία, σε κάθε εποχή της ανθρωπότητας, ήταν πάντοτε συνδεδεμένη -με ποιοτικές βεβαίως διαφοροποιήσεις κατά περίπτωση- με την αισθητική, την ηθική, την οικονομία και την πολιτική. Χωρίς να απομονώνουμε την τεχνολογία από άλλους παράγοντες, η άμεση και έμμεση επίδρασή της παίζει σημαντικό –αλλά όχι τον αποκλειστικό- ρόλο στην περαιτέρω διεθνή εξάπλωση της νεανικής βίας, η οποία στο συμβολικό και στο υλικό επίπεδο προσβάλλει όλο και περισσότερο τα σχολεία, τα σπίτια και τους δρόμους της Ελλάδας.

Οι πολιτικές και οικονομικές αλλαγές, όσο πιο ανώμαλες είναι, τόσο περισσότερο συμβάλλουν και σε άλλου είδους ασυνέχειες και χάσματα. Τα αυταρχικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, όπως και η απαξίωση του πολιτικού στοιχείου και εκεί όπου οι θεσμοί της δημοκρατίας επιφανειακά συνεχίζουν να λειτουργούν, συμβάλλουν, μαζί με όσους παράγοντες ήδη αναφέρθηκαν, σε τέτοιες ασυνέχειες που μπορούν να πάρουν και τη μορφή δυναμικής αντιπαράθεσης είτε και της κάθετης ρήξης. Στη Γαλλία, χώρα με παράδοση νεανικών εξεγέρσεων, οι βίαιες επιδρομές νέων, κυρίως, κατοίκων των παρισινών προαστίων στο αστραφτερό κέντρο του Παρισιού και πρόσφατα το ποιοτικά διαφορετικό κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», που επιμένει, αντέχει και ψάχνει το πολιτικό/κοινωνικό στίγμα του, αποτελούν τέτοιες περιπτώσεις. Για ορισμένες όμως χώρες, που βρέθηκαν πρόσφατα ή βρίσκονται ακόμα στο επίκεντρο ανοιχτών πολέμων, από την Ουκρανία μέχρι τη Λιβύη και τη Συρία, είτε οικονομικής εξοντωτικής επίθεσης όπως η Ελλάδα, παρατηρείται η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων νέων, που αναζητούν μια αμφίβολη ελευθερία και ευημερία. Κάποιοι, όπως συμβαίνει με ορισμένους νέους μωαμεθανούς, συντηρούν στις ψυχές τους ένα άγριο μίσος εναντίον των Δυτικών που τους βλέπουν να ποζάρουν ως ευεργέτες τους, ενώ φέρουν βαριές ευθύνες για των καταστροφή των πατρίδων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Άλλοι, δυστυχώς και κάποιοι νέοι Έλληνες που αυτοεξορίστηκαν στη Δυτική Ευρώπη, τείνουν να απαξιώσουν τις πατρίδες που θεωρούν υπόλογες για την εξορία τους. Μαζί με τη γλώσσα τους, απορρίπτουν και λησμονούν σταδιακά και ό,τι συνιστούσε συνολικά την πολιτισμική ταυτότητά τους.

*Βλ. άρθρο Πέπης Ρηγοπούλου: «Αντικείμενο αξίας, φετίχ και έργα του πολιτισμού»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.