Πολιτιστικά ανάλεκτα Β’: Τέλος εποχής, αλλά για ποιον;

// Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης //

 

H υπουργός Πολιτισμού, κυρία Ζορμπά, γίνεται στόχος όλο και περισσότερων κριτικών και διαμαρτυριών. Να υποθέσουμε ότι αυτό είναι ζήτημα γενικότερης, είτε πιο ειδικής, συγκυρίας; Οι πολιτικές και οι άλλες εκλογές, με τουλάχιστον αβέβαια αποτελέσματα, πλησιάζουν, ενώ η θητεία της υπουργού έχει συμπέσει με το τέλος εποχής στη διοίκηση σημαντικών πολιτιστικών θεσμών. Ανάμεσα τους, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Κέντρο Κινηματογράφου, το Εθνικό Θέατρο και το Ελληνικό Φεστιβάλ. Το ζήτημα της αντικατάστασης είτε της παραμονής των ηγεσιών τους στις θέσεις τους είναι από αυτά που έχουν προκαλέσει μια σειρά από αντιπαραθέσεις μεταξύ της υπουργού και προσωπικοτήτων του πολιτιστικού χώρου που διαφώνησαν με τους χειρισμούς της. Κάτι το κατ’ αρχήν αναμενόμενο, διότι κάθε αλλαγή στην κορυφή των θεσμών αυτών, δεν μπορεί παρά να γεννήσει και διαμαρτυρίες. Ωστόσο, πολλές από τις αντιπαραθέσεις αυτές είτε δεν έχουν προσωπικά κίνητρα είτε, όπως στην περίπτωση της προταθείσας, από την κυρία Ζορμπά, μετανάστευσης του Δρομέα του Βαρώτσου στα Σκόπια, δεν σχετίζονται με εκλογές και διορισμούς στο πολιτιστικό πεδίο.

Η υπόθεση της (μη) εκλογής νέου διευθυντή στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης προκάλεσε καταιγισμό έντονων και μαζικών κριτικών που έφτασαν στον Τύπο. Οι κριτικές όμως αυτές δεν είχαν να κάνουν με αυτό ή εκείνο τον αδικημένο υποψήφιο, αλλά με το γεγονός ότι οι κρίνοντες –που δέχθηκαν τα θερμά συγχαρητήρια της υπουργού- κηρύσσοντας άγονη την εκλογή, απαξίωσαν συλλήβδην εμμέσως πλην σαφώς έναν ολόκληρο κλάδο ανθρώπων που ασχολούνται με την μελέτη και τη διαχείριση των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα.

Η υπόθεση της αντιπαράθεσης της υπουργού με τον απερχόμενο διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ, σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, ενώ δεν έχει ακόμα κοπάσει ο θόρυβος για το θρίλερ του Δρομέα, γεννά ένα νέο θόρυβο που χωρίς να έχει γίνει πρωτοσέλιδο στα Μέσα, έχει και πάλι μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τους σε πρώτο επίπεδο εμπλεκομένους. Το να κρίνει κανείς ποιος υποσχέθηκε σε ποιον τι, σχετικά με το ένα ή το άλλο, δευτερεύον τελικά ζήτημα του Φεστιβάλ, όχι μόνον είναι δύσκολο, αλλά τελικά έχει σημασία μόνον για τους ίδιους. Και οι διαφωνίες μεταξύ του διευθυντή και του διοικητικού συμβουλίου του Φεστιβάλ, που αγγίζουν και οικονομικά ζητήματα, μπορεί οπωσδήποτε να έχουν νόημα, αλλά δεν είναι ό,τι το πιο σημαντικό.

Όπως συμβαίνει και με άλλα ζητήματα, από το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης μέχρι το Εθνικό Θέατρο, η ουσία βρίσκεται στο τι είναι και τι δεν είναι σήμερα το Ελληνικό Φεστιβάλ. Το ποιες είναι οι αρχές και οι άξονες διαχείρισης που σφραγίζουν την πορεία του και το σε ποιο βαθμό αποτελεί δημιουργική συνέχεια, οπωσδήποτε μέσα στην αλλαγή, ή αρνητική ασυνέχεια στην πολιτισμική πορεία της χώρας. Όταν ξεκίνησε το Φεστιβάλ Επιδαύρου το 1954, ο Ροντήρης και στην συνέχεια όσοι τον διαδέχτηκαν είχαν την γνώση, τη δημιουργική δύναμη και το διαχειριστικό ταλέντο να το καταστήσουν μείζον διεθνές γεγονός με αισθητική πρωτίστως, αλλά και τουριστική σημασία. Παράλληλα, το, ιδρυμένο ένα χρόνο μετά, Φεστιβάλ Αθηνών και άλλοι θεσμοί έφεραν την Ελλάδα σε επαφή, μερικές φορές νωρίτερα από άλλα ευρωπαϊκά κέντρα, με σημαντικά διεθνή θεάματα και άλλα γεγονότα.

Στις αρχές του 21ου αιώνα σημειώθηκε μια πολύ σημαντική αλλαγή: Ο Γιώργος Λούκος, γνωστός διευθυντής γαλλικού θεάτρου, που ωστόσο προερχόταν από τον κόσμο του χορού, ανέλαβε την ηγεσία του Ελληνικού Φεστιβάλ, θεσμού όπου ενώθηκαν τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Κατά την δεκαετή θητεία του έφερε όντως και σημαντικές ξένες παραγωγές, κάτι που ωστόσο οι υμνητές του ξέχασαν είχε ξαναγίνει στην χώρα, προσήλκυσε θεατές, αλλά, ίσως και διότι γνώριζε ελλιπώς τα του ελληνικού θεάτρου, υποτίμησε κάποια πρόσωπα και πράγματα (η σύγκρουση με τον Ευαγγελάτο είναι ενδεικτική) και απέτυχε να προωθήσει θεάματα που θα επέτρεπαν στην Ελλάδα να ξαναγίνει -από αποκλειστικός εισαγωγέας σημαντικών και μη θεαμάτων- και επιτυχημένος εξαγωγέας.

Το ιντερμέδιο της επέλασης Φάμπρ, των αποικιοκρατικού τύπου δηλώσεών του και της κωμικοτραγικής αποπομπής του, έχει σημασία κυρίως διότι αποκάλυπτε την ανικανότητα των κυβερνώντων να συλλάβουν τα στοιχειώδη σχετικά με το ελληνικό θέατρο, τόσο στην διαχρονική πορεία του όσο και στην παρούσα επιτόπια και διεθνή συγκυρία. Με την πτώση του, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, σκηνοθέτης και θεατρικός επιχειρηματίας προσκείμενος στον ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την διαδοχή. Σε πρώτη φάση εφήρμοσε συνετά, πιεσμένος και από το χρόνο, το πρόγραμμα που είχε ετοιμάσει ο Λούκος. Στη συνέχεια, το πρόγραμμά του διευρύνθηκε ή ξεχείλωσε από αμηχανία είτε πελατειακή σκοπιμότητα, έτσι ώστε τα καλά θεάματα, που δεν πρέπει να απαξιώνουμε, να χάνονται μέσα στο απρόσωπο σύνολο.

Λείπουν, με λίγα λόγια, οι άξονες σκέψης και δράσης και πρέπει να βρεθούν τα κριτήρια και οι διαχειριστικές στρατηγικές που θα δώσουν στο Φεστιβάλ σε Αθήνα και Επίδαυρο το χαρακτήρα και την ελληνική και διεθνή εμβέλεια που αξίζει. Σε μια εποχή αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης, η οποία ισοπεδώνει μνήμες, κώδικες και προοπτικές των λαών, χρειάζεται γνώση, ευαισθησία και τόλμη που θα καταστήσουν δυνατά τα αναγκαία βήματα που αφορούν τον κάθε πολίτη. Ωστόσο, είναι μάλλον πιθανό ότι η διαφωνία της υπουργού και του απερχόμενου διευθυντή του Φεστιβάλ δεν τροφοδοτήθηκε από τέτοιες αγωνίες.

 

 

Φωτογραφία: CC BY-SA 2.0 Flickr/philippelemoine

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.