Αντικείμενο αξίας, φετίχ και έργα του πολιτισμού


// Γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου //

Στην Ελλάδα των αρχαϊκών χρόνων, στην τραγωδία του 5ου και του 4ου αιώνα, και ακόμη στην Πλατωνική Πολιτεία το αντικείμενο αξίας, για παράδειγμα ένα πολύτιμο περιδέραιο, όπως αυτό για το οποίο η Εριφύλη προδίδει τον άντρα της, το μάντη Αμφιάραο, ο οποίος θα σκοτωθεί με τους υπόλοιπους Επτά επί Θήβας, ή ένα δαχτυλίδι σαν αυτό του Λυδού Γύγη που θα του χαρίσει την βασιλική εξουσία, ή ακόμη ο χρυσός τρίποδας που στάλθηκε ως έπαθλο για το σοφότερο από τους επτά σοφούς, οι οποίοι όμως τον αρνήθηκαν από σεμνότητα και το έστειλαν στον Απόλλωνα των Δελφών, καθώς και άλλα τέτοια αντικείμενα , μπορεί να μην έχουν μόνον ανταλλακτική αξία είτε μια αξία χρήσης, αλλά κάτι περισσότερο.

Η έννοια αξία είναι έντονα αμφίσημη. Και το αντικείμενο αξίας έχει, εκτός από την χρηστική και την οικονομική και μια αξία συμβολική. Επί πλέον, συνδέεται με μαγικές δυνάμεις που μπορεί να επιφέρουν την ευτυχία είτε την καταστροφή: Το πορφυρό χαλί, που η Κλυταιμνήστρα θα απλώσει στο πρώτο μέρος της Ορέστειας μπροστά στα πόδια του Αγαμέμνονα, θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Αν αποφασίσουμε να απογυμνώσουμε το μύθο από την υπερφυσική αύρα του και να μιλήσουμε με ψυχολογικούς όρους, θα μπορούσαμε να πούμε, ακολουθώντας τον Μαρξ, τον Φρόιντ και τον Λιοτάρ, ότι τα αντικείμενα αυτά έχουν μια ψυχική συμβολική διάσταση φετίχ, που δεν μπορεί να μετρηθεί μόνον με οικονομικούς όρους.

Για τους Μαρξ και Ένγκελς, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, οι μύθοι, οι δοξασίες, οι αξίες της φεουδαλικής εποχής (1) δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις (Illusionen). Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής που διαδέχεται τη φεουδαρχία (2) είναι αυτός που θα γκρεμίσει τις φεουδαλικές ψευδαισθήσεις. Η βιομηχανία θα γιγαντώσει το εμπόριο, το οποίο με την σειρά του θα δώσει νέες τρομερές δυνάμεις στη βιομηχανία. Έρωτας και ιπποτισμός, θρησκεία και χριστιανικές αρετές θα εξαφανιστούν αφήνοντας στη θέση τους μόνον το κέρδος και την κατίσχυση: Έναν εφιάλτη χωρίς προσχήματα, στον οποίο μόνον η έλευση της κομμουνιστικής επανάστασης θα μπορέσει κατά τους δύο στοχαστές να θέσει τέρμα.

Η λέξη Illusionen φέρνει αναπόδραστα στο νου την ταυτόσημη γαλλική λέξη illusions που μπορεί να σημαίνει την ψευδαίσθηση, αλλά και το όνειρο (και την παραίσθηση). Illusions perdues (χαμένα όνειρα ή ψευδαισθήσεις) είναι ο τίτλος του πρώτου από τα δύο κορυφαία έργα (το άλλο, το οποίο αποτελεί την συνέχεια του πρώτου, είναι το Spendeurs et misères des courtisanes, Λάμψη και αθλιότητες των εταιρών) που οικοδομούν σαν ένα είδος καθεδρικού ναού της λογοτεχνίας τη σύνοψη και την κορωνίδα του έργου του Μπαλζάκ, τον οποίο ο Μαρξ θεωρούσε δάσκαλό του. Στα δύο αυτά έργα του, ο Μπαλζάκ διατραγωδεί την άνοδο και την πτώση μιας σειράς δονκιχωτικών προσώπων (το «δονκιχωτικός», με όλη την αμφισημία που αποδίδει τη φαντασιοπληξία αλλά και το γενναίο οραματισμό) και κυρίως ενός άξιου ποιητή, του Λυσιέν Ρυπαμπρέ, που παρασύρεται στη χυδαιότητα της αγοραίας δημοσιογραφίας, συντρίβεται από την υποκρισία και τον κυνισμό μιας κοινωνίας την οποία βαυκαλιζόταν ότι θα υποτάξει και μπλέκει τελικά στα σχέδια ενός δαιμονικού προσώπου –του τρομερού Βωτρέν (3)- που θα τον οδηγήσουν στον εξευτελισμό και στο θάνατο. Όλα του τα όνειρα –άλλα υψηλά και άλλα άθλια- αποδεικνύονται ψευδαισθήσεις, αυταπάτες. Ο κόσμος του συμφέροντος, που κυβερνούν οι τραπεζίτες, οι κυνικοί πολιτικοί και οι μεγαλοεκδότες, η εξουσία σε κάθε της μορφή και πάνω από όλα το χρήμα, μοιάζει να έχουν απολύτως το πάνω χέρι.

Το χρήμα, η απώλεια και η έλλειψή του, η προσμονή, η κατοχή, η σπατάλη, η συσσώρευσή του κυριαρχούν και υπαγορεύουν το ρυθμό της αφήγησης στα έργα αυτά και σε πολλά άλλα μέχρι και σήμερα

Είναι όμως μόνον έτσι; Το χρήμα, η απώλεια και η έλλειψή του, η προσμονή, η κατοχή, η σπατάλη, η συσσώρευσή του κυριαρχούν και υπαγορεύουν το ρυθμό της αφήγησης στα έργα αυτά και σε πολλά άλλα μέχρι και σήμερα. Στο δεύτερο από τα δύο έργα, η Εσθήρ Γκομπσέκ, μπαλζακική μεταμόρφωση της αγίας εταίρας, της Μαγδαληνής, αποφασίζει να υποσχεθεί ότι θα υποκύψει στον τραπεζίτη Νούσιγκεν (μυθιστορική καρικατούρα του τραπεζίτη Ρότσιλντ) εξασφαλίζοντας έτσι στον λατρεμένο εραστή της, τον Λυσιέν, πεντακόσιες χιλιάδες φράγκα, με τις οποίες αυτός σχεδιάζει να κάνει έναν πλούσιο και αριστοκρατικό γάμο συμφέροντος. Του τα εξασφαλίζει και αυτοκτονεί. Όλα μάταια. Ο Λυσιέν συλλαμβάνεται άδικα ως δολοφόνος της. Τραγική ειρωνεία: Μαθαίνουμε ότι η Εσθήρ είχε, χωρίς να το ξέρει, μόλις κληρονομήσει εκατομμύρια από τον πάμπλουτο τοκογλύφο θείο της Γκομπσέκ, ήρωα άλλου μπαλζακικού αφηγήματος. Και ο τρομερός Βωτρέν, σκηνοθέτης όλων των μηχανορραφιών του έργου, καταλήγει να παραδεχτεί ότι υπάρχουν όρια που και ο πιο κυνικός και αδίστακτος δεν μπορεί να παραβιάσει ατιμωρητί. Το μεγάλο γαλλικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα ξαναβρίσκει από τους δικούς του δρόμους το αρχαίο, μυθικό λένε κάποιοι, θέμα της ύβρεως, υπέρβασης του μέτρου και της τίσεως μέσα από μια διαδρομή που θυμίζει και την αντίστοιχη δραματοποίηση του θέματος των ηθικών ορίων και στους Ρώσους δημιουργούς.

Το χρήμα ρυθμίζει σε σημαντικό βαθμό και την πλοκή στο έργο του Ντοστογιέφσκι, από το Έγκλημα και τιμωρία μέχρι τον Ηλίθιο και τους Αδελφούς Καραμάζωφ. Στον Ηλίθιο, η άλλη εμβληματική ενσάρκωση της Μαγδαληνής, η Ναστάσια Φιλίπποβνα, στη δραματική «σουαρέ» που κλείνει το πρώτο μέρος του έργου, πετά στο τζάκι τα εκατό χιλιάδες ρούβλια με τα οποία θα την πουλούσε σε έναν προικοθήρα ο εραστής της, που θέλει να την ξεφορτωθεί. Έχουμε να κάνουμε, θα μας έλεγε ένας ανθρωπολόγος, με μια τυπική περίπτωση ποτλάτς: Την καταστροφή δηλαδή του πλούτου που παρατηρείται σε παραδοσιακές κοινωνίες με στόχο την απόκτηση γοήτρου. Πετώντας τα ρούβλια στη φωτιά, η Ναστάσια δηλώνει ότι δεν πουλιέται, καταστρέφει πλούτο για να ανακτήσει γόητρο, διαδικασία που οι ανθρωπολόγοι αναγνωρίζουν ότι επιβιώνει στην Ελλάδα και αλλού μέχρι και στις μέρες μας (παράδειγμα: το κάψιμο χρημάτων για τα μάτια μιας όμορφης ή το σπάσιμο των ποτηριών και πιάτων στα μπουζούκια) . Ο πρίγκηπας Μύσκιν, αποτελεί μια ντοστογιεφσκική μεταμόρφωση του Δον Κιχώτη, που πρωτοεμφανίζεται ως αφελής και πάμπτωχος παρίας, ανακαλύπτει επί τόπου στη διάρκεια της σουαρέ πως είναι πάμπλουτος, και ζητά να παντρευτεί την Ναστάσια, αλλά αυτή αρνείται. Στο μεγάλο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα που διαλέγεται συνεχώς κριτικά με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, και πάρα πολύ έντονα στο γαλλικό και το ρωσικό μυθιστόρημα, τα χρήματα μοιάζουν, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, να είναι το παν, ένα παντοδύναμο στοιχείο που αγκαλιάζει όχι μόνον τα συμφέροντα, αλλά και τις φαντασιώσεις και τα πάθη με τρόπο που να μας δυσκολεύει να το μετρήσουμε με αποκλειστικά ποσοτικά κριτήρια. Ταυτόχρονα, και ενώ μοιάζει να είναι τα πάντα, καταλήγει πολύ συχνά να είναι και το τίποτε (5). Με δυο λόγια η μεγάλη λογοτεχνία, εν πολλοίς σύγχρονη της εποχής των Μαρξ και ΄Ενγκελς, από τη μία αναδεικνύει την ισχύ και τη γοητεία του καπιταλισμού και του χρήματος και από την άλλη σχεδιάζει συγκλονιστικά το όραμα ενός κόσμου όπου το χρήμα δεν θα είναι κυρίαρχο: Λογοτεχνικό εγχείρημα σημαντικά ανάλογο με το μαρξικό, αν θυμηθούμε ότι, για τον Μαρξ, το ίδιο το εμπόρευμα έχει και μια συμβολική αξία φετίχ , η οποία υπερβαίνει και δυνητικά αντιβαίνει στην αντικειμενική οικονομική του αξία και ανοίγει τον δρόμο για την επαναστατική αναίρεση του τρόπου παραγωγής του.

Έχει ήδη επισημανθεί από τον Ζαν Φρανσουά Λιοτάρ μια συνάντηση της σκέψης του Μαρξ με αυτήν του Φρόιντ στην ερμηνεία του όρου «φετίχ». Στο Κεφάλαιο, στο 4ο μέρος του 1ου κεφ., που έχει τίτλο «Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του», ο Μαρξ χαρακτηρίζει το εμπόρευμα ως «ένα πολύ στριφνό πράγμα, γεμάτο από μεταφυσική, σοφιστεία και θεολογικές παραξενιές», του οποίου «ο μυστικιστικός χαρακτήρας δεν ξεπηδάει από την αξία του χρήσης»… «Αυτός ο φετιχιστικός χαρακτήρας του κόσμου των εμπορευμάτων πηγάζει… από τον ιδιόμορφο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας που παράγει εμπορεύματα». Ο Μαρξ, λοιπόν, επισημαίνει ότι η μετατροπή του αντικειμένου χρήσης σε εμπόρευμα το μετατρέπει σε μια μεταφυσική και απατηλή (σοφιστική) οντότητα που ονομάζει φετίχ. Αλλά τα χαρακτηριστικά αυτά του φετίχ το πλησιάζουν ή και το ταυτίζουν με την έννοια της illusion, ψευδαίσθησης που την αποδίδει πολύ ευρύτερα στη καπιταλιστική κοινωνία. Δυο μόνον λέξεις ακόμα: Όταν ο Φρόιντ ορίζει το φετίχ ως ένα αντικείμενο επιθυμίας -ένα παπούτσι, ένα εσώρουχο- πλήρως αποδεσμευμένο από το πρόσωπο στο οποίο ανήκει, δηλαδή ως ένα (ψευδαισθησιακό) υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου επιθυμίας, μας μιλά και αυτός για μια illusion που στοιχειώνει τον κόσμο του νευρωσικού. Η επιμονή των δύο στοχαστών στη διάσταση της ψευδαίσθησης στο οικονομικό είτε στο ψυχικό πεδίο, μας βοηθά, προσθέτω από την πλευρά μου, να εκτιμήσουμε πληρέστερα το λόγο για τον οποίο προσφεύγουν με τέτοια συχνότητα στον κόσμο της λογοτεχνίας, δηλαδή στο βασίλειο της ψευδαίσθησης, η οποία όμως αντί να μιμείται ψεύδη δημιουργεί ψεύδη που αληθεύουν.


Η μετατροπή του αντικειμένου χρήσης σε εμπόρευμα το μετατρέπει σε μια μεταφυσική και απατηλή (σοφιστική) οντότητα που ονομάζει φετίχ. Αλλά τα χαρακτηριστικά αυτά του φετίχ το πλησιάζουν ή και το ταυτίζουν με την έννοια της illusion, ψευδαίσθησης που την αποδίδει πολύ ευρύτερα στη καπιταλιστική κοινωνία

Λίγα λόγια ακόμα για το πώς παρουσιάζεται ο άνθρωπος εμπόρευμα, συνδεδεμένο με την επιθυμία. Στο έργο Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους του Φρήντριχ Ένγκελς (6) ο συγγραφέας αντλεί από τα γραπτά του Λιουτπράνδου (Leutprand), Γερμανού επισκόπου της Κρεμόνας του 10 αι. μ. Χ., την πληροφορία ότι το εξαγωγικό εμπόριο της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας βασιζόταν σε καθοριστικό βαθμό στην παραγωγή και εξαγωγή ευνούχων στην Ισπανία, για τις ανάγκες των χαρεμιών των Μαυριτανών και αλλού. Δεν θα επιμείνουμε εδώ στο πρόσωπο του αγίου επισκόπου Λιουτπράνδου, επικριτικότατου εναντίον των βυζαντινών Ελλήνων και των Ιταλών, δηλαδή εναντίον του βασικού μέρους του τότε ευρωπαϊκού Νότου (η αγιοσύνη του άλλαξε αργότερα γνώμη, με το αζημίωτο, χάρη στα βυζαντινά υπέρπυρα). Θα κρατήσω όμως την ενδιαφέρουσα πληροφορία για τη βιομηχανία (κατά την έκφραση του Ένγκελς) και το εξαγωγικό εμπόριο ευνούχων, εστιάζοντας στη μετεξέλιξή της σε ένα συγγενές εξαγωγικό εμπόριο στα τέλος του 19ου αιώνα: Την εξαγωγή γερμανίδων εταιρών στη Ρωσία.

To μυθιστόρημα H Γιάμα: Το πηγάδι (7), του Ρώσου συγγραφέα Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς Κουπρίν ( 1870-1938), αφηγείται τη λαμπρότητα και τις αθλιότητες των εταιρών στα πορνεία μιας ρωσικής επαρχίας. Ο κόσμος των γυναικών αυτών δομείται σε περισσότερα επίπεδα. Το ανώτερο επίπεδο, όπου συναντούμε τις πανάκριβες και καλοζωισμένες καλλονές και το κατώτερο των εξαθλιωμένων γυναικείων κουρελιών που λιώνουν στην ένδεια και τα αφροδίσια, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Μένουν τα ενδιάμεσα άλλα δύο: στο πολυτελέστερο στρατολογούνται νέες και αφράτες Γερμανίδες, αφράτες κοπέλες που, ντυμένες Ουσάροι, υποδέχονται όλο κέφι τους εύπορους πελάτες τους. Στόχος τους είναι να δουλέψουν τρία τέσσερα χρόνια και έπειτα να επιστρέψουν στη Γερμανία και με το κομπόδεμά τους να παντρευτούν ένα καλό παιδί και να ανοίξουν μια τίμια πανσιόν ή ένα ζαχαροπλαστείο. Το αμέσως κατώτερο επίπεδο, οι Ρωσίδες εργάτριες του έρωτα, διαπράττουν πολύ συχνά ένα μοιραίο λάθος: Ανίκανες, παρά τις προσπάθειές τους, να αντιμετωπίσουν παγερά το επάγγελμά τους παγιδεύονται σε έναν εφιαλτικό λαβύρινθο διαψευσμένων ελπίδων, τύψεων, παράφορων επενδύσεων και αδυσώπητης επιθετικότητας για τους πελάτες και για τον εαυτό τους, φτάνοντας συχνά στην καταστροφή. Σε αντιδιαστολή με την εκλογικευμένη στάση των γερμανίδων συναδέλφων τους, οι ρωσίδες τρόφιμοι των οίκων ανοχής συμπεριφέρονται πολλές φορές παράλογα, ανίκανες να δουν ψύχραιμα την πορνεία απλώς σαν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα. Δανειζόμενη τον όρο από τον Σάμιουελ Χάντιγκτον, θα χαρακτήριζα τη συμπεριφορά τους, επεκτείνοντας τον όρο ανωμαλία (anomaly, με τον οποίο στολίζει την Ελλάδα στο αγγλικό πρωτότυπο του βιβλίου του) και τον σλαβικό κόσμο.

Δεν σκοπεύω να μπω στην παγίδα των εύκολων γενικεύσεων. Αναφέρθηκα μόνο σε μερικά λογοτεχνικά έργα, για να επισημάνω πολύ λίγες στιγμές του διαλόγου της λογοτεχνίας του 19ου και του 20ού αιώνα με την καπιταλιστική οικονομία, με αντιλήψεις και συμπεριφορές που αναδύθηκαν στα πλαίσιά της και να αναδείξω ότι αυτές σφραγίζονται από σημαντικές πολιτισμικές αναλογίες και διαφορές. Το πώς αντιμετωπίζει κανείς τέτοιες αναλογίες και διαφορές, το κατά πόσον ισχύει όντως ότι είναι και σημερινές διαφορές μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου εγώ εντάσσω και τους σλαβικούς πολιτισμούς, μπορεί ίσως να βοηθήσει να κατανοήσουμε και γεγονότα και συμπεριφορές ελλήνων και ξένων που βιώσαμε στην διάρκεια της κρίσης που ακόμα περνάμε.

Η αναφορά στο έργο Το άγνωστο αριστούργημα του Μπαλζάκ από το συγγραφέα του Κεφαλαίου έχει γίνει αντικείμενο σχολιασμών και ερμηνειών. Ο Μαρξ το εκτιμούσε ιδιαίτερα και είχε συστήσει την ανάγνωσή του και στον Ένγκελς. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου, είναι ο σπουδαίος ζωγράφος Φρενχόφερ, ο οποίος αδυνατεί να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το γυμνό πορτρέτο μιας καλλονής που καταλήγει σε μουτζούρα, που τελικά θα καταστραφεί σε μια πυρκαγιά, ενώ και ο ίδιος ο ζωγράφος πεθαίνει. Σώζεται μόνον το τμήμα ενός τέλειου ποδιού που φανερώνει τι θα ήταν το έργο, αν κατάφερνε να ολοκληρωθεί. Ο Μαρξ, με την αναφορά του αυτήν, εκφράζει ίσως το φόβο ότι και το δικό του –εκ των υστέρων όχι άγνωστο αλλά πασίγνωστο- αριστούργημα, Το Κεφάλαιο, θα έχει την τύχη του έργου του Φρενχόφερ: Δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ. Δεν θα μείνω σε ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. Και θα σημειώσω με συντομία ότι ανάλογοι φόβοι κατέτρυχαν τον ίδιο τον Μπαλζάκ, ο οποίος τους εκφράζει μέσα από τα προσωπεία όχι μόνον του Φρενχόφερ, αλλά και του Λουί Λαμπέρ, του τέλειου μύστη και δημιουργού, ο οποίος τρελαίνεται. Αντίστοιχοι φόβοι στοίχειωναν και τον άλλο μαθητή του Μπαλζάκ: τον Ντοστογιέφσκι, που γράφοντας τον Ηλίθιο σημείωνε με αγωνία: Πιέζομαι από τον χρόνο και καταστρέφω το έργο μου.

Αυτό που με ενδιαφέρει υπερβαίνει την –ούτως ή άλλως ανέφικτη- ψυχανάλυση του συγγραφέα και την αναζήτηση αναλογιών. Είναι αυτή καθαυτή η αξία της κρίσης του Μαρξ για το έργο του. Το αν δηλαδή το Κεφάλαιο και το υπόλοιπο τόσο εκτεταμένο και σημαντικό έργο του έμειναν ανολοκλήρωτα. Το ερώτημα μοιάζει παράδοξο, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε έργο όχι μόνον τέτοιας έκτασης, αλλά και μιας ευστοχίας που το κάνει να φαίνεται προφητικό. Πράγματι, ανατρέχοντας κανείς στην εξέλιξη του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, νιώθει δέος μπροστά στη δύναμη της μαρξικής ανάλυσης και κριτικής, που κάνει το έργο του να μοιάζει να έχει γραφτεί χτες ή μάλλον αύριο. Ωστόσο, μια πτυχή, βασική, του ερωτήματος παραμένει. Ο Μαρξ έγραψε το κολοσσιαίο έργο του με σκοπό όχι μόνον να αναλύσει και να καταδικάσει τον καπιταλισμό, αλλά για να εμπνεύσει την τάξη του προλεταριάτου στον αγώνα για την επανάσταση. Έγιναν πολλές επαναστάσεις στο όνομά του. Αλλά δεν έφτασε να αναπτύξει ούτε μια ολοκληρωμένη θεωρία για τις τάξεις ούτε, ακόμη λιγότερο, μια θεωρία για την επανάσταση. Δεν πρόκειται εδώ για μια επιστημολογική παρατήρηση. Αλλά για την διαπίστωση ότι, ακόμα και για μια μεγαλοφυΐα σαν την δική του, το πιο δύσκολο είναι να αρθρωθεί μια εμπεριστατωμένη και κυρίως αποτελεσματική πρόταση για την απελευθερωτική πράξη.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αξίες όπως ο φεουδαλικός όρκος πίστης (homagium), ο ιπποτικός ηρωισμός στις μάχες και στις κονταρομαχίες και o έρωτας (amour courtois) που υμνούσαν οι τροβαδούροι).

2. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι αυτός που θα γκρεμίσει τις φεουδαλικές ψευδαισθήσεις. Για μία αναφορά στους διαφόρους τρόπους παραγωγής, ασιατικού, αρχαίου, φεουδαρχικού και αστικού, βλέπε, μεταξύ άλλων, Πρόλογος στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας, σελ. 425, Α’ τόμος, Διαλεχτά έργα Μαρξ- ΄Ενγκελς (χωρίς Εκδότη και χρονολογία).

3. Vautrin = Αγριογούρουνο, Βλ. Γιάγκος Ανδρεάδης, Πρόλογος στα Χαμένα Όνειρα, μετ. Κώστας Σφήκας, Στάχυ, 2001 και στις Λαμπρότητες και Αθλιότητες των εταιρών, Πολύτροπο, 2004, μετ. Κώστας Σφήκας.

4. Τέτοιες επιδεικτικές καταστροφές, που ακόμα και σήμερα συνεχίζονται στη χώρα μας θα βρούμε δραματοποιημένες σε πολλά έργα, από Το παιδί με το δελφίνι (1957), πρώτη ξένη παραγωγή στην Ελλάδα, που έφερε τη Μύκονο στο παγκόσμιο τουριστικό προσκήνιο μέχρι και την ταινία Όλα είναι δρόμος του Παντελή Βούλγαρη (1998). Αντίστοιχα φαινόμενα θα βρούμε διαχρονικά και σε συμπόσια σε άλλες χώρες, αρχίζοντας από την γειτονική Ιταλία. Η εικόνα των σπάταλων Ελλήνων που κυριάρχησε στις επιθέσεις της χώρας μας μετά το 2010, ίσως να αξιοποίησε –εντελώς κακόπιστα- και τέτοιες εικόνες.

5. Το θέατρο του Ίμπσεν, από τους Βρυκόλακες και πιο καθαρά μέχρι τον Μπόργκμαν, η έκρηξη του καπιταλισμού και η βασιλεία του χρήματος δραματοποιείται με έναν αρκετά ανάλογο τρόπο.

6. Σελ. 346, Διαλεχτά έργα Μαρξ- Έγκελς, «Γνώση», Β’ Τόμος.

7. Γραμμένο από το 1909 ως το 1915.

Advertisements

1 Comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.