Γλώσσα, πολιτισμός και πολιτική

// Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης //

Το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι απλά γλωσσικό. Είναι πολιτισμικό και πολιτικό. Όποιος έχει ταξιδέψει σε χώρες των πολιτισμών που σφράγισαν τον πολιτισμό του πλανήτη ξέρει πως η ελληνική γλώσσα διαφέρει καίρια από άλλες που μιλιούνται στις χώρες αυτές. Με δυο λόγια, η γλώσσα αυτή έχει και σήμερα πολλές χιλιάδες λέξεις ίδιες με αυτές που υπήρχαν χιλιάδες χρόνια προ Χριστού.

Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β από τους Ventris και Chadwick απέδειξε ότι η γραμμική, στην δεύτερη φάση της στη Β’ χιλιετία π. Χ. ήταν ελληνική, ενώ άλλες απόψεις μιλούν για πολύ παλαιότερες περιόδους. Πέρα όμως από αυτά, στην ελληνική γλώσσα έχουμε εδώ και τρεις τουλάχιστον χιλιετίες μια συνεχή διαδοχή ποιητών που ο καθένας κατανοούσε τον προηγούμενό του και που όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, αντλούσε λέξεις και εκφράσεις που υπήρχαν πολλούς αιώνες πριν από τον ίδιο, χωρίς αυτό να τον καθιστά ακατανόητο για το κοινό του. Πράγμα που ισχύει για τον Αισχύλο, για την Κασσιανή, για τον Κάλβο, τον καταταλαιπωρημένο από τους πολιτικάντες Καβάφη και για τον Ελύτη.

Αντιθέτως, όποιος για παράδειγμα έχει γνώση ή πληροφόρηση έστω για τη λατινική και την σανσκριτική ξέρει ότι ούτε τα σημερινά ιταλικά, ο πιο άμεσος απόγονος της λατινικής, ούτε τα Χίντι που μιλά ο Βορράς ούτε τα Μαλαγιάλαμ στο Νότο της Ινδίας, αντίστοιχοι απόγονοι της σανσκριτικής, έχουν άμεση συνέχεια με τις αρχαίες γλώσσες από τις οποίες κατάγονται. Λατινικά χρησιμοποιεί στο λόγο του ο σύγχρονός μας Ιταλός είτε αν είναι λόγιος είτε με ειδική έννοια σε εισαγωγικά (πχ. στην νομική ορολογία) είτε στον καθημερινό λόγο για να αστειευθεί, ενώ τα σανσκριτικά εκτιμώνται ως πολύτιμος συνδετικός ιστός των διαφορετικών γλωσσών της ινδικής υποηπείρου αλλά δεν χρησιμοποιούνται – έστω και μερικά- στον καθημερινό λόγο του λαού. Με λίγα λόγια και χωρίς αυτό να μας δίνει κάποιες περγαμηνές ανωτερότητας απέναντι στους λαούς που αναφέρθηκαν, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η γλώσσα μας είναι –γλωσσολογικά και μόνον- ιδιαίτερα «συντηρητική». Όχι βέβαια ως προς την δημιουργική της δύναμη, αλλά ως προς την έντονα αργή εξέλιξή της, που εξασφαλίζει, αψηφώντας κατοχές, καταστροφές και βλακώδεις αποφάσεις των κυβερνώντων, τη συνοχή της στο χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι προκρούστειες γλωσσικές οδηγίες σχετικά, φερ’ ειπείν με τα τριτόκλητα, το θηλυκό γένος, τη μετοχή κ.λπ. και την αποφυγή μιας μικτής γλώσσας, όπως επιμένει να είναι η ελληνική, ακυρώνονται ντεφάκτο, στη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι θεατρικές επιθεωρήσεις, οι φίλαθλοι στα γήπεδα και οι θαμώνες της διπλανής μας ταβέρνας ή του μίνι μάρκετ.

Το πρόβλημα γίνεται ίσως σοβαρότερο όταν αντίστοιχες θέσεις καλόπιστα υποστηρίζουν ή αποδέχονται και αξιόλογοι – όντως δημοκρατικοί – και αριστεροί άνθρωποι από μια διάθεση αυτομαστίγωσης είτε από αγωνία μήπως κατηγορηθούν ως μη προοδευτικοί αν δεν αποδεχθούν την πάγια πεποίθηση ότι για όλα, μα όλα, τα δεινά της Ελλάδας δεν φταίει παρά ο έρμος ελληνικός λαός.

Οι λίγες αυτές γραμμές που αγγίζουν ακροθιγώς ένα τεράστιο θέμα δεν θα γράφονταν αν δεν επέμενε από δημόσιες θέσεις και από ισχυρούς θεσμούς με εξουσία και οικονομικά μέσα η άποψη ότι η σημερινή μας γλώσσα είναι ξένη προς τη «νεκρή» αρχαιοελληνική και τα ελληνικά των Μέσων Χρόνων. Η γλωσσική αυτή άποψη έρχεται να ενισχύσει και να συνδυαστεί μαζί με έναν επίμονο αναθεωρητισμό στο πεδίο της Ιστορίας και ευρύτερα του πολιτισμού μας. Με δυο λόγια, με την άποψη ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, αυτός των Μέσων Χρόνων, και ο σημερινός είναι άσχετοι και ξένοι μεταξύ τους και παράλληλα ότι ο σημερινός ελληνικός λαός τελικά δεν είναι και ελληνικός… Το να έχουν τέτοιες απόψεις ξένοι που, όπως ο Φαλμεράγιερ, χτυπούσαν στην ουσία πισώπλατα την επανάσταση του 1821, είτε χτεσινοί κυβερνώντες που αγωνιούν να καλύψουν την υποτέλειά τους, γυρεύοντας εύσημα για τον προσχηματικό τους προοδευτισμό, καθώς και «διανοούμενοι» που πιθηκίζουν άσχημα κάθε εισαγόμενη μόδα, από τη γλωσσολογία του Saussure μέχρι τα απόνερα του μεταμοντερνισμού είναι κατανοητό. Το πρόβλημα γίνεται ίσως σοβαρότερο όταν αντίστοιχες θέσεις καλόπιστα υποστηρίζουν ή αποδέχονται και αξιόλογοι – όντως δημοκρατικοί – και αριστεροί άνθρωποι από μια διάθεση αυτομαστίγωσης είτε από αγωνία μήπως κατηγορηθούν ως μη προοδευτικοί αν δεν αποδεχθούν την πάγια πεποίθηση ότι για όλα, μα όλα, τα δεινά της Ελλάδας δεν φταίει παρά ο έρμος ελληνικός λαός.

Ξεχνώντας τις πολλές φανερές και τις περισσότερες πιο …κομψές κατοχές που υπέστη η χώρα μας από τις αρχές της 2ης μ. Χ. χιλιετίας και αγνοώντας ότι ο αξιόλογος Πάπας Ιωάννης Παύλος Βοϊτίλα ήρθε και μας ζήτησε επίσημα συγγνώμη για την άλωση της Πόλης από τους «σταυροφόρους» Φράγκους (2001) και ότι ο πρόεδρος Κλίντον μάς επισκέφθηκε δύο μήνες μετά την έναρξη της εισβολής στη Σερβία και ζήτησε αντίστοιχα ορθώς συγγνώμη για την επιβολή της Χούντας, που κάποιοι προοδευτικοί θεωρούν ακόμη ότι ήταν ευθύνη του ελληνικού λαού. Το να λέμε ότι οι Έλληνες δεν φταίμε ποτέ για τίποτε είναι στρουθοκαμηλισμός και ανευθυνότητα. Το να λέμε όμως ότι φταίμε για πάντα είναι τόσο αυτοκαταστροφικό, όσο και το να πιστεύουμε ότι δεν έχουμε καμιά σχέση με το παρελθόν μας και ότι η γλώσσα που μιλάμε γεννήθηκε χτες.

Η απαξίωση της συνέχειας στη γλώσσα, την ιστορία και τελικά στον πολιτισμό των Ελλήνων, έχει μια σειρά από παιδευσιακές και πολιτικές επιπτώσεις. Σε όλες τις βαθμίδες της παιδείας από το δημοτικό ως και το Πανεπιστήμιο, το γλωσσικό εργαλείο των διδασκομένων αποδιοργανώνεται και φτωχαίνει. Όποιος έχει πείρα διορθώσεων πανεπιστημιακών γραπτών ξέρει ότι το μονοτονικό έχει στην ουσία αντικατασταθεί από το «ατονάλ», το ατονικό που σκοτώνει το ρυθμό και άρα τη συνοχή του λόγου. Παράλληλα, η πολιτική του υπουργείου Παιδείας εδώ και χρόνια ενθαρρύνει ή και επιβάλλει το να μην διορθώνονται τα ορθογραφικά λάθη των μαθητών, ενώ οι τηλεοπτικοί μας αστέρες έχουν γίνει οι δάσκαλοι των πιο ακραίων γλωσσικών μαργαριταριών με το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, με την βοήθεια της τηλεόρασης, του διαδικτύου και του λάιφ στάιλ, η επέλαση μιας κακοχωνεμένης αγγλικής ή μάλλον αμερικάνικης υπο- γλώσσας βρίσκει ανοιχτές πόρτες για να επιβληθεί. Σε διάλογο με τη συστηματική ενοχοποίηση της αγάπης για την πατρίδα και τον πολιτισμό της, πολλοί νέοι που σπουδάζουν κακοποιούν τη γλώσσα τους και ντρέπονται για την ιστορία και τον πολιτισμό τους.

Ουσιώδης παρέμβαση στα θέματα της γλώσσας, της ιστορίας, του πολιτισμού και όλα όσα συναρτώνται με αυτά δεν μπορεί να είναι θέμα τεχνοκρατικό ή γραφειοκρατικό. Δεν θα μπορούσαν, ακόμα και αν το ήθελαν όσοι βλέπουν τον πολιτισμό, την παιδεία, την επικοινωνία ως εφαλτήρια επιβολής και εργαλεία εξαπάτησης του πολίτη. Τεχνικές και γραφειοκρατικές λύσεις υφίστανται (για παράδειγμα σωστή αξιοποίηση των δυνατοτήτων των υπολογιστών), αλλά αυτό που προέχει και που σήμερα σπανίζει είναι η πολιτική βούληση οδηγημένη από τους φάρους του δικού μας και του παγκόσμιου πολιτισμού.

Για τον Κυριάκο Κατζουράκη.  

Τα έργα που ο ζωγράφος και σκηνοθέτης Κυριάκος Κατζουράκης παραχώρησε στον Χαρτογράφο έγιναν το 1999 σε μια κρίσιμη για την χώρα μας καμπή. Ήταν η εποχή που η κυβέρνηση Σημίτη είχε στείλει τον Κούρδο ηγέτη, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, στην Κένυα διευκολύνοντας την παράδοσή του στην Τουρκία. Αντιδρώντας στην πράξη αυτή, ένας μεγάλος αριθμός σημαντικών αριστερών και άλλων δημοκρατικών καλλιτεχνών διανοουμένων -στο στενό πυρήνα των οποίων ανήκε και ο Κατζουράκης-  πήρε την απόφαση να συγκαλέσει ένα συλλαλητήριο διαμαρτυρίας το οποίο, χωρίς κομματική στήριξη και με πενιχρά οικονομικά μέσα, συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό πολιτών, ίσως διακόσιες χιλιάδες, που πλημμύρισε όλο το κέντρο της Αθήνας. Η μέρα της συγκέντρωσης έδωσε στην ομάδα και το όνομά της: «Κίνηση της 1ης Μάρτη». Κανένας, όσο γνωρίζουμε, από αυτούς που πρωταγωνίστησαν στην κίνηση και που συνέχισε να δραστηριοποιείται και στη συνέχεια, κατά την εισβολή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, μεταξύ των άλλων, και με ταξίδι εβδομήντα ατόμων στη βομβαρδιζόμενη χώρα-  δεν ακολούθησε πολιτική καριέρα. Αλλά το πνεύμα της κίνησης συνέχισε να εμπνέει κάποιους από αυτούς και στις κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν με την επιβολή των Μνημονίων, η οποία αναμφίβολα τιμώρησε τον ελληνικό λαό και για την «απείθαρχη» αντίδρασή του, τόσο στην παράδοση Οτσαλάν όσο και στην εισβολή στη γειτονική χώρα.
Για το γενικότερο έργο του Κατζουράκη, ζωγραφικό, σκηνοθετικό και σκηνογραφικό, που συνιστά σε πολιτικό και αισθητικό επίπεδο, μια επίμονη χειρονομία πολιτισμικής αντίστασης από το δρόμο της δημιουργίας θα κάνουμε αναφορά με την ευκαιρία της νέας έκθεσής του στο ΜΙΕΤ, στις 7 Μαΐου.

Ο Χαρτογράφος

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.