Οι Πέρσες του Αισχύλου και το έλλειμμα του σήμερα

// Γράφει η Κάτια Γέρου //

Όσα ακολουθούν είναι η άμεση αντίδραση μιας ηθοποιού στην παράσταση των Περσών, που παρουσιάστηκε από το Κέντρο Κλασικού Δράματος και Θεάματος (ΚΕΔΡΑ), στο Φεστιβάλ που εγκαινίασε το αρχαίο θέατρο της Ερέτριας στις 23 Σεπτεμβρίου 2018 και εν συνεχεία στην Αθήνα, στα Θέατρα «Ροές» και «Κνωσός». Η παράσταση στο «Κνωσός» συμπληρώθηκε από μια συζήτηση όπου παρενέβησαν μεταξύ άλλων η ψυχίατρος Κάτια Χαραλαμπάκη, ο διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ Δημήτρης Παπαχαραλάμπους και ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Άγγελος Συρίγος (τα κείμενά τους έχουν αναρτηθεί στο blog του ΚΕΔΡΑ, dramacenter.wordpress.com).

Η Κάτια Γέρου γνώρισε μέσα από την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν τη μυθική παράσταση των Περσών με τις υπογραφές του Κουν, του Τσαρούχη και του Χρήστου. Μια ανάγνωση πέρα από το πρώτο επίπεδο του κειμένου της φέρνει τον αναγνώστη σε διάλογο -όχι εύκολο- όχι μόνο με την αρχετυπική στιγμή της πρώτης παράστασης του έργου στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου τον 5ο μ.Χ. αιώνα, αλλά και με την πολιτισμική δράση των Ελλήνων δημιουργών γύρω στα 1960. Δράση που και αυτή γεννά την υποχρέωση της αυτοκριτικής αλλά και το ερέθισμα για σημερινή πράξη.

Λίγα χρόνια μετά την ναυμαχία της Σαλαμίνας έγινε η πρεμιέρα των Περσών του Αισχύλου στο θέατρο του Διονύσου. Πέρα, στο βάθος του ορίζοντα, οι θεατές, προφανώς πολλοί από αυτούς και πολεμιστές, έβλεπαν την Σαλαμίνα, θυμόντουσαν τη φρίκη που έζησαν και άκουγαν, εκτός από τους ύμνους του έργου για την ανδρεία τους και το πολίτευμά τους, ένα θρήνο για τα δεινά των εχθρών τους.

Φαντάζομαι ότι ακούγοντας αυτό το κείμενο δεν θα ξεσπούσαν σε ιαχές του τύπου «καλά να πάθουν», κάτι σαν «καλός Αμερικάνος/νεκρός Αμερικάνος», σύνθημα κάποιων διαδηλώσεων μετά τη Χούντα.

Τι προσπαθούσε να πει ο Αισχύλος στους συγχρόνους του, και όχι μόνο, ανάμεσα σε πολλά άλλα; Μήπως ότι θα έπρεπε να προσέξουν το τέρας της αλαζονείας και της απληστίας που κυρίεψε και ισοπέδωσε τους εισβολείς, για να μην συμβεί το ίδιο και σ’ αυτούς; Και αν οι αρχαίοι θεατές αυτό το κατάλαβαν, πώς και δεν θύμωσαν;

Μόνον άνθρωποι σαν τον Πρίμο Λέβι, που είπαν «οι βασανιστές μας ήταν άνθρωποι σαν και μας: μέτριας ευφυΐας και συνήθως μοχθηροί» ή σαν τον Μάνο Χατζηδάκι, που μίλησε για το τέρας του φασισμού που μπορεί να φωλιάζει στις ψυχές όλων, μπορούν να αντέξουν τέτοιες σκέψεις. Οι υπόλοιποι απλώς δεν τις ανεχόμαστε.

Πώς λοιπόν άντεχαν οι αρχαίοι θεατές να ακούν την ατέλειωτη λίστα ονομάτων των νεκρών εχθρών τους μαζί με τον έπαινο για την ανδρεία τους και το θρήνο που τα συνόδευε; Γιατί, αν ο εχθρός έχει όνομα, από το κάθε όνομα αναδύεται ένα πρόσωπο. Κι αυτό για μένα, τον απλό πολίτη είναι βαρύ. Αν πάψω να θεωρώ αυτούς που με έβλαψαν σαν ένα ανώνυμο, άθλιο, τρελαμένο ασκέρι, αν αρχίσω να υποπτεύομαι ότι ακόμα και ένα μέλος του ISIS έχει μια μάνα πίσω του που θα τον κλάψει και αναρωτηθώ τι τον έκανε μια μηχανή θανάτου και τι θα συμβεί μετά τις θηριωδίες που διέπραξε, αυτό είναι κάτι βαρύ, δύσκολο που συνήθως μας υπερβαίνει.

Φαντάζομαι ότι, αν στην σύγχρονη εποχή μας ένας Αισχύλος έκανε το ατόπημα να προσωποποιήσει τον εχθρό, ο οποίος ξεκίνησε έναν επιθετικό πόλεμο και έσπειρε θάνατο και καταστροφή, θα ξεσηκώνονταν και οι πέτρες, θα του έλεγαν κάτι σαν «ρε συ, φίλε, αυτό σε μάρανε εσένα, ο πόνος των εχθρών»; Δεν βρήκες να πεις έναν λόγο συμπόνιας για τα δικά μας πάθη; Να φτιάξεις μια λίστα με τους δικούς μας πεσόντες; Ανθέλληνας είσαι;».

Προφανώς οι αρχαίες κοινωνίες δεν ήταν αγγελικά πλασμένες. Κι ένα σφαγείο ήταν και είναι πάντα η ιστορία. Είχαν όμως, νομίζω, ένα πλεονέκτημα: Στη δημόσια συζήτηση –και η τέχνη ανήκει εκεί- δεν υπήρχαν τόσο τεράστια ταμπού, όπως στις σύγχρονες κοινωνίες.

Σήμερα, ακόμα και μεταξύ ανθρώπων με μικρές ιδεολογικές αποκλίσεις -δεν τολμάει κάποιος να αρθρώσει μια λίγο διαφορετική γνώμη και το ανάθεμα πέφτει βροχή. Θέλω να πω ότι η δημόσια συζήτηση είναι πολύ συχνά υποβαθμισμένη ή ανύπαρκτη. Εν ολίγοις νομίζω –και μακάρι να κάνω λάθος- ότι από τους Πέρσες του Αισχύλου, από την αιχμηρότητα, το θάρρος, τον ουμανισμό και την ποίηση του έργου μάς χωρίζουν έτη φωτός.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.