Ο ιστορικός ως γραφειοκράτης.

// Γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης //

Σχόλιο στα σχεδιαζόμενα βιβλία Ιστορίας

Τα βιβλία Ιστορίας για την πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως ανακοίνωσε εδώ και κάποιο καιρό το υπουργείο Παιδείας, ξαναγράφονται σε μεγάλη κλίμακα. Προβαλλόμενος στόχος, όπως και κάθε άλλη φορά που έγιναν και από άλλες αντίστοιχες εξαγγελίες, το να ανταποκριθούν τα εγχειρίδια αυτά στις απαιτήσεις της ιστορικής επιστήμης και των καιρών. Η εξαγγελία αυτή μαζί με τα στοιχεία που την συνόδεψαν, σχετικά με τους στόχους των αλλαγών, έχει προκαλέσει κριτικές -κάποτε σφοδρές- επιστημονικού και όχι μόνον χαρακτήρα. Έτσι, η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων ήδη από την άνοιξη του 2017 μίλησε για ιδεολογική κατασκευή, ιδεοληπτική ιστορία και υποβάθμιση των επιστημονικών κριτηρίων.

Δεν είναι διόλου η πρώτη φορά. Στα τελευταία πριν την δικτατορία χρόνια (1965), το βιβλίο του Κώστα Καλοκαιρινού για την Β’ τάξη του Γυμνασίου «Ιστορία Ρωμαϊκή και Βυζαντινή» προκάλεσε μια διαμάχη που, ξεκινώντας από τον επιστημονικό χώρο, ενέπλεξε, μεταξύ άλλων, τον Τύπο και κατ’ εξοχήν το Συγκρότημα Λαμπράκη -θερμό υποστηρικτή του βιβλίου- και το φοιτητικό συνδικαλιστικό κίνημα, για να καταργηθεί τελικά ως αντεθνικό από τη Χούντα. Πολύ πιο πρόσφατα, το 2004, το βιβλίο για τα Νεότερα και Σύγχρονα Χρόνια της Μαρίας Ρεπούση για την ΣΤ’ Δημοτικού προκάλεσε τη γνωστή διαμάχη με πολλές εκατοντάδες επικριτικών και υποστηρικτικών παρεμβάσεων και την συγγραφέα να αναδεικνύεται και μέλλος της Βουλής των Ελλήνων με την ΔΗΜΑΡ. Από το βιβλίο του Καλοκαιρινού, θυμάμαι μόνον μια ατυχή μετάφραση του Ακάθιστου Ύμνου, σε πολύ αδέξια δημοτική, και από αυτό της Ρεπούση, πλην του περιώνυμου «συνωστισμού» στην παραλία της Σμύρνης του ’22, μια πολύ πρόχειρη περιοδολόγηση στο τέλος του βιβλίου, που ξεμπέρδευε βιαστικά με μια περίοδο από την Αναγέννηση ως και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, σημειώνοντας μόνο ότι άλλοι που πήραν μέρος στην συζήτηση υποστήριξαν τις απόψεις τους με σοβαρά επιχειρήματα και άλλοι –πολλοί- εξαντλήθηκαν σε «διεθνιστικά» είτε αντιθέτως «εθνικά» στερεότυπα και διχοτομίες, όπως εθνοκεντρισμός/ευρωκεντρισμός, συντήρηση/πρόοδος κ.ά…

Η σημερινή φάση και οι νέες διαμάχες που γεννά έχουν σημαντικές αναλογίες και, σε ένα βαθμό, συνεχίζει τις προηγούμενες. Ο Νίκος Φίλης ως υπουργός Παιδείας είχε σχετικά πρόσφατα αναγγείλει την συγγραφή νέων βιβλίων Ιστορίας και ο ιθύνων νους του εγχειρήματος, καθηγητής Αντώνης Λιάκος, είχε δηλώσει ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η εδραίωση όχι της εθνικής αλλά της ιστορικής ταυτότητας των μαθητών. Προσωπικά έχω κάποιες αμφιβολίες για το τι μπορεί κάθε φορά να σημαίνει η εθνική, είτε η διεθνιστική συνείδηση, σε μια εποχή εκ των άνω διευθυνομένης παγκοσμιοποίησης. Πολύ περισσότερες όμως έχω για το αν ο όρος «ιστορική συνείδηση» μπορεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από τα όσα περιλαμβάνει η συνείδηση –και επίσης το ασυνείδητο και το υπερεγώ- του κάθε μεμονωμένου ιστορικού που επιλέγει να χρησιμοποιήσει αυτόν τον τουλάχιστον πολυσήμαντο όρο. Και αυτό διότι, εδώ και έναν τουλάχιστον αιώνα, από την εποχή που έγραψαν για το θέμα από την μια ο Michel Foucault και ο Paul Veyne, και από την άλλη o Jacques Le Goff και ο Pierre Nora, το τι είναι ιστορία και τι τα νέα αντικείμενα της Ιστορίας, συνιστά όχι βεβαιότητα, αλλά κυρίως γόνιμο ερώτημα.

Η σημερινή ωστόσο συγκυρία διαφέρει ουσιωδώς από τις προηγούμενες, διότι εγγράφεται ουσιαστικά και τυπικά σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Η πολύ σημαντική γεωπολιτική συγκυρία με τον άγριο ανταγωνισμό των ΗΠΑ. και του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Οι πολεμικές, συνδεδεμένες με τον ανταγωνισμό αυτόν, συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή μας, από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, και οι συνέπειές τους σε ζητήματα, όπως το προσφυγικό. Οι συνεχείς αντιπαραθέσεις στην «γειτονιά μας», τα Βαλκάνια. Όλα αυτά έχουν οπωσδήποτε τις συνέπειές τους όχι μόνον στην εξωτερική και την εσωτερική πολιτική της Ελλάδας, αλλά επίσης και στο πεδίο του πολιτισμού, των ιδεών και, για να επικεντρωθούμε στο θέμα που συζητούμε, των εξελίξεων στο σχεδιασμό της εκπαίδευσης.

Οι εξελίξεις αυτές δεν οφείλονται μόνον, ούτε υποχρεωτικά κυρίως, σε ενδοελληνικούς είτε σε περιφερειακούς παράγοντες. Η τιτλοφορούμενη «Ολοκληρωμένη Έκθεση» («Integrated Country Strategy») του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για την Ελλάδα, κείμενο εγκεκριμένο τον Αύγουστο του 2018 από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και αποδεσμευμένο προς δημοσιοποίηση πριν μερικούς μήνες στην αγγλική γλώσσα, μιλά μεταξύ άλλων:

  • για την υπαγόρευση από την αμερικανική πρεσβεία στην Ελλάδα «να υποστηρίξει και να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην ενσωμάτωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ», ώστε να περιορίσει την «κακοήθη επιρροή της Ρωσίας και την οικονομική εισβολή της Κίνας»,
  • για την αποστολή της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα να «προτρέψει την Ελλάδα να εφαρμόσει τη συμφωνία για το θέμα της ονοματοδοσίας της Μακεδονίας»,
  • για την αμερικανική προσπάθεια «να διαμορφωθεί μια νέα γενιά ηγετών φίλα προσκείμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αξίες που οι τελευταίες πρεσβεύουν»,
  • για την ανάπτυξη «εκπαιδευτικών και πολιτιστικών προγραμμάτων της αποστολής για την Ελλάδα [τα οποία να] στοχεύουν στη νεολαία, τα κορίτσια και τη νέα γενιά ηγετών στο επιχειρείν και στην κοινωνία των πολιτών, αποσκοπώντας να προωθήσουν μια θετική άποψη για τους δεσμούς ΗΠΑ–Ελλάδος»

 

Η «Ολοκληρωμένη Στρατηγική» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Ελλάδα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε «εκπαιδευτικά προγράμματα» που «στοχεύουν στη νεολαία, τα κορίτσια και τη νέα γενιά ηγετών στις επιχειρήσεις και την κοινωνία των πολιτών». Η Ελλάδα θεωρείται «επιρρεπής στην κακοήθη επιρροή της Ρωσίας και την κινεζική οικονομική προέλαση».

 

Μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο έξωθεν και άνωθεν αναπροσανατολισμού των πολιτικών αλλά και των πολιτισμικών και εκπαιδευτικών πραγμάτων της χώρας, οι αναφορές του κειμένου της Συμφωνίας των Πρεσπών στην εκπαίδευση της χώρας μας, ιδιαίτερα στον τομέα της Ιστορίας, παίρνουν μια ιδιαίτερη σημασία.

Η συμφωνία προβλέπει ότι οι δύο χώρες πρέπει να προχωρήσουν στη συγκρότηση διεπιστημονικής επιτροπής, η οποία θα εξετάσει τα σχολικά βιβλία και το περιεχόμενό τους, ενώ ήδη αντίστοιχη επιτροπή εργάζεται για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στα σχολικά βιβλία Ιστορίας Ελλάδας και Αλβανίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 της συμφωνίας των Πρεσπών, η επιτροπή εμπειρογνωμόνων θα έχει τη δυνατότητα να αναθεωρήσει οποιαδήποτε σχολικά εγχειρίδια, και βοηθητικό υλικό όπως χάρτες, ιστορικούς άτλαντες, οδηγούς διδασκαλίας που χρησιμοποιούνται από τις δύο χώρες. Αντικείμενο της αναθεώρησης που θα προτείνει και θα υλοποιήσει η Επιτροπή, η οποία θα τελεί υπό την εποπτεία των Υπουργείων Εξεωτερικών σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές, θα είναι οι απόψεις στα πεδία της αρχαιολογίας, της Ιστορίας και της εκπαίδευσης. Προβλεπόμενο πλαίσιο θα είναι οι αρχές της UNESCO και του Συμβουλίου της Ευρώπης και στόχος η απάλειψη αλυτρωτικών και αναθεωρητικών αναφορών.

Μπορεί με μια πρώτη ματιά το γενικό πνεύμα των σχολικών, και όχι μόνον, βιβλίων όπως τα προβλέπει η Συμφωνία να μη διαφέρει και πολύ από κάποια άλλα που έχουν ήδη κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Το σιδέρωμα της μνήμης, ο καλλωπισμός δηλαδή των συγκρούσεων ανάμεσα στους Έλληνες και τους γείτονές τους με σκοπό την συμφιλίωση των λαών, διατρέχει από δεκαετίες μέρος της ιστοριογραφίας στη χώρα μας. Η απάλειψη των σημείων τριβής, δηλαδή όσων δυσάρεστων ή τραγικών έπραξαν είτε έπαθαν διαχρονικά οι Έλληνες και οι γείτονές τους, πρόκειται σύμφωνα με τέτοια έργα να ενισχύσει την φιλία μας με τα άλλα έθνη/κράτη που ζουν στην πολύπαθη περιοχή μας.

Τα αναφερόμενα στην συμφωνία δηλώνουν την πρόθεσή τους να απαλειφθούν ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία της Αρχαιολογίας, της Ιστορίας και της Εκπαίδευσης. Πρόθεση που μοιάζει να συνάδει με την εξαγγελμένη πρόθεση της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης να ικανοποιήσει τις αμερικανικές απαιτήσεις δηλώνοντας ηγέτιδα δύναμη της ειρήνης και της ευημερίας στα Βαλκάνια. Σε ένα γενικότερο πλάνο, οι διακηρύξεις αυτές μοιάζουν να σκιάζονται από την πιεστική φροντίδα με την οποία ο Αμερικανός πρέσβης κύριος Πάιατ και πρόσφατα η κυρία Μέρκελ στην Αθήνα, και αντίστοιχα πρόσωπα στην γειτονική χώρα έκαναν τα πάντα για να επιβληθεί η Συμφωνία. Αλλά, αν μείνουμε στο σχετικό με τα ιστορικά βιβλία και τα άλλα συναφή θέματα το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας γεννά και άλλους σοβαρούς προβληματισμούς.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι η εξαγγελία του υπουργείου Παιδείας εμφανίζεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο, ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο από τους ισχυρούς. Ακόμα και αν αυτό δεν συνέβαινε. Ακόμα και αν το σχέδιο περί αλλαγής των βιβλίων υπηρετούσε τις ευγενέστερες των προθέσεων, θα παρέμεναν κάποιες άλλες παράμετροι που είναι οι σημαντικότερες:

Πρώτον, η συγγραφή των βιβλίων Ιστορίας οφείλει να μην είναι εκ των προτέρων στρατευμένη σε οποιεσδήποτε κατευθυντήριες ιδέες, έστω και στις καλύτερες. Μια αληθινή δημοκρατία δεν μπορεί να προωθεί στρατευμένη ιστοριογραφία, είτε στρατευμένη λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφο, τέχνη, έρευνα. Η ιστοριογραφία είναι επιστήμη αλλά και δημιουργία, έρευνα στοχασμός και επίσης φόρμα που είναι ευθύνη και επιλογή του κάθε γράφοντος. Πολύ περισσότερο ακόμη, η εκ των άνω και εκ των έξω απόπειρα αλλαγής της ιστορικής και της κοινωνικής συνείδησης ενός λαού με εργαλείο τα ιστορικά βιβλία όχι απλώς δεν συνάδει με την δημοκρατία, αλλά ανήκει στο ρεπερτόριο των δυστοπιών, όπως τις παρουσίασαν και τις κατήγγειλαν δημιουργοί σαν τον Όργουελ και τον Χάξλευ.

Επίσης, σε μια αληθινή δημοκρατία, η συγγραφή εκπαιδευτικών βιβλίων, και μάλιστα των ιστορικών, δεν θα έπρεπε να γίνεται με αναθέσεις από γκρίζες «αρμόδιες» κρατικές επιτροπές. Θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα ανοιχτών διαγωνισμών. Ανοιχτών σε όσους θέλουν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις και να προτείνουν τις ιδέες τους και, επιπλέον, θα έπρεπε να επιτρέπεται να εκδίδονται περισσότερα διαφορετικών απόψεων βιβλία, από τα οποία οι διδάσκοντες θα μπορούσαν να κάνουν τις επιλογές τους. Το τελευταίο μέτρο έχει δουλέψει με άριστα αποτελέσματα στην Ιταλία, με κομμουνιστικά και καθολικά βιβλία για τις ίδιες περιόδους.

Κλείνω με μια τελευταία παρατήρηση. Κυρίαρχη παράδοση του αφηγείσθαι την Ιστορία στην Ευρώπη, και όχι μόνον, είναι αυτή που ξεκινά από τους Έλληνες ιστορικούς και προχωρεί σε αυτούς της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Η παράδοση αυτή δεν εξορίζει το μαύρο, το τραγικό και το δύσκολο από την Ιστορία, αλλά και από κάθε είδος αφήγησης. Αντιθέτως, τα προβάλλει για να τα ερμηνεύσει και να προτείνει δρόμους αποφυγής μιας εγκληματικής είτε βλακώδους επανάληψής τους. Η λογοκρισία και η φίμωση δεν αποφεύγουν την τραγωδία. Την αναπαράγουν.

Η ιστοριογραφία είναι επιστήμη αλλά και δημιουργία, έρευνα στοχασμός και επίσης φόρμα που είναι ευθύνη και επιλογή του κάθε γράφοντος. Πολύ περισσότερο ακόμη, η εκ των άνω και εκ των έξω απόπειρα αλλαγής της ιστορικής και της κοινωνικής συνείδησης ενός λαού με εργαλείο τα ιστορικά βιβλία όχι απλώς δεν συνάδει με την δημοκρατία, αλλά ανήκει στο ρεπερτόριο των δυστοπιών, όπως τις παρουσίασαν και τις κατήγγειλαν δημιουργοί σαν τον Όργουελ και τον Χάξλευ

Κλείνω με πέντε σημεία.

(1) Ο εξωραϊσμός της ιστορίας και η απάλειψη των ιστορικών τραυμάτων, των Ποντίων, των Μικρασιατών, ή όποιων άλλων Ελλήνων και μη –ιδίως όταν γίνεται κατ’ ουσίας έξωθεν και άνωθεν υπαγορευμένα- δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη αποκρουστική εκδοχή του αναθεωρητισμού, από τον οποίο μας αποτρέπουν δήθεν τα όσα σχετικά λέγονται από την Συμφωνία των Πρεσπών.

(2) Η ανάθεση του σχεδιασμού της εκπαίδευσης στους τομείς της Ιστορίας, της Γλώσσας, της Δημιουργίας κ.λπ. συνιστά την απόλυτη υπόσκαψη και ακύρωση της δημοκρατίας και της ελευθερίας του πνεύματος.

(3) Τα δύο πιο πάνω αυτά στοιχεία συνιστούν μέρος της γενικευμένης επίθεσης ενάντια σε όση πολιτισμική ελευθερία απομένει στα έθνη-κράτη, στα οποία με εντολή του μόνου κράτους που είναι δηλωμένο υπερπατριωτικό, των ΗΠΑ, απαγορεύεται σαν έγκλημα ο πατριωτισμός. Αλλά μεγαλύτερος κίνδυνος από τις ολοφάνερες προθέσεις ξένων παραγόντων είναι η από δεκαετίες ύπαρξη εντός της χώρας ενός αντιπατριωτικού, δήθεν διεθνιστικού ρεύματος, που με πολλούς τρόπους ανοίγει τον δρόμο στην επιβουλή κατά της δημοκρατίας και ελευθερίας στην χώρα.

(4) Η αντίσταση στις επιθέσεις αυτές, ο αγώνας ενάντια σε καταστροφικές συμφωνίες όπως αυτή των Σκοπίων, είτε αυτή που απειλεί στην Κύπρο μια νεκρανάσταση του Δόγματος Ανάν, η αποστόμωση αυτών που αποδομούν κάθε έννοια αγωνιστικής μνήμης στον τόπο μας, δεν μπορεί να γίνει στην βάση πρόχειρων στερεοτύπων και συνθημάτων. Χρειάζεται στέρεα γνώση και λόγο που να εμψυχώνει και να πείθει όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και λογικά.

(5) Μια σύντομη προσπάθεια για την ανάπτυξη ενός αντιπροσωπευτικού επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου, για τα παραπάνω είναι άκρως επείγουσα και αναγκαία. Πιστεύω ότι ο Χαρτογράφος πρέπει να συμβάλει στην προσπάθεια αυτή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.