«Ο ολετήρας της Ευρώπης»

// Γράφει ο Αλέξανδρος Μουτζουρίδης //

Όταν, μετά τα πρώτα δύο μνημόνια, επικράτησε η μόδα της αυτοκριτικής, χύθηκε πολύ μελάνι για τα λάθη που κάναμε -ποιοι ακριβώς τα κάναμε δεν είναι σαφές- αλλά κυρίως για τα μαθήματα που έπρεπε να πάρουμε από άλλες χώρες της Ευρώπης. Μαθήματα για το πώς να διαχειριστούμε τα προβλήματά μας, την οικονομική «κρίση», τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης, της αγοράς εργασίας.

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για παράδειγμα, διαβάζαμε για το περίφημο μοντέλο της Φινλανδίας, μιας χώρας που επένδυσε στην καινοτομία, την έρευνα και την τεχνολογία. Κάποτε βασιζόταν στην ξυλεία που αγόραζαν οι Σοβιετικοί, σήμερα στις εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών τεχνολογίας και επικοινωνιών. Δίχως να έχει βιώσει επ’ ουδενί τη σκληρή λιτότητα που γνώρισε η Ελλάδα, θα έλεγε κανείς ότι η χώρα των 60.000 λιμνών δεν έχει λόγους να διαμαρτύρεται. Η ύφεση, όμως, της περιόδου 2012-2015, σε συνδυασμό με τις δημοσιονομικές επιταγές της ευρωζώνης, προβλημάτισαν μια μερίδα της κοινωνίας. Έφεραν στην επιφάνεια φωνές ενάντια στις κοστοβόρες «διασώσεις» μελών σαν την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Αλλά και φωνές ορισμένων «σκεπτικιστών» που, σε ένα ελληνικό τηλεοπτικό πάνελ, θα φάνταζαν εκκεντρικοί ή και ακραίοι.

 

 

Fixit, σα να λέμε Grexit

Το 2015, ένας αρκούντως συντηρητικός και βετεράνος σήμερα, της φινλανδικής πολιτικής σκηνής, ονόματι Πάβο Βάρινεν, κατάφερε να συγκεντρώσει τις υπογραφές 50.000 πολιτών, ώστε να πυροδοτήσει μια συζήτηση στη φινλανδική Βουλή. Αυτή αφορούσε το Fixit (ή Finexit), δηλαδή το θέμα της εξόδου της Φινλανδίας από την ευρωζώνη (ή συνολικά την ΕΕ, πιο πρόσφατα), την οποία κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα δεν διανοείτο να εξετάσει. Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρωτοβουλία του Βάρινεν στολίστηκε δεόντως ως «λαϊκίστικη», παρά το γεγονός ότι κανέναν δεν ενοχλούσαν οι απόψεις του μέχρι τότε, ούτε ως μέλους της Βουλής μήτε και ως υπουργού Εμπορίου (2007-2011).

Εν πάση περιπτώσει, η συζήτηση, όντας τυπική, δεν κατέληξε κάπου. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι έγινε, έστω υποχρεωτικά, λόγω των υπογραφών. Και για να γίνει, συνοδεύτηκε από σκεπτικό, αιτιολογικό, και όλα τα παρελκόμενα μιας στοιχειωδώς δομημένης κοινοβουλευτικής συζήτησης. Ο -κατά τα άλλα όχι ιδιαίτερα δημοφιλής- Βάρινεν είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, μελέτες και προτάσεις Φινλανδών οικονομολόγων, όπως για παράδειγμα του καθηγητή Τουόμας Μάλινεν, γνωστού πολέμιου του ευρώ στο Ελσίνκι. Μια πρόχειρη ανασκόπηση στα σχετικά δημοσιεύματα του φινλανδικού Τύπου είναι αρκετή για να καταλάβουμε το κεντρικό νόημα τέτοιων προτάσεων: Η Φινλανδία θα έβγαινε από το ευρώ, ορίζοντας αρχικά μια ισοτιμία 1 προς 1 και επιδιώκοντας μια μικρή υποτίμηση, θα έδινε ώθηση στις εξαγωγές της. Παράλληλα, δεν θα χρειαζόταν να κάνει περικοπές στο αξιόλογο κράτος πρόνοιας που διαθέτει -οι οποίες παρεμπιπτόντως έφτασαν τα 5,6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2019, δεν θα χρειαζόταν να τηρεί τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας και γενικώς να εφαρμόζει λογικές εσωτερικής υποτίμησης.

Τούτο, σε συνδυασμό με την ισχνή ανάπτυξη και την προβληματική διαχείριση του μεταναστευτικού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, φέρνει στη Φινλανδία πολιτικές εξελίξεις παρόμοιες με αυτές της κεντρικής Ευρώπης. Πληθαίνουν οι πολιτικοί υποψήφιοι του λεγόμενου «ευρωσκεπτικισμού», κυρίως εκ δεξιών, όπως ο αρχηγός των «Φινλανδών», Γιούσι Χάλαχο, η ανέλιξη του οποίου προκάλεσε διάσπαση στο μικρότερο κυβερνητικό εταίρο, το 2017. Για δημοψήφισμα περί συμμετοχής στο ευρώ και την ΕΕ έχουν μιλήσει ακόμα και πιο μετριοπαθείς, όπως ο Σάμπο Τέρχο, αρχηγός του «Γαλάζιου Μέλλοντος»(!) και σημερινός υπουργός… Ευρωπαϊκών Υποθέσεων! Δεν είναι τυχαίο ότι δημοσκόπηση που διεξάχθηκε από τη διεθνούς εμβέλειας Gallup International έδειξε ότι το 40% των Φινλανδών θα ψήφιζαν «Όχι», σε ένα δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη στην Ένωση.

Όμως, η μελέτη για την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, ενός νέου φινλανδικού μάρκου, δεν αφορά μόνο στα εξαγωγικά συμφέροντα της Φινλανδίας ή τις πολιτικές ανακατατάξεις. Πολύ πριν το «Fixit» γίνει λέξη-κλειδί στο φινλανδικό Google και πριν ο Βάρινεν ή ο Τέρχο ορεχτούν πολιτική καριέρα γαρνιρισμένη με «ευρωσκεπτικισμό» και ολίγο εθνικισμό, το θέμα απασχόλησε σοβαρά και χωρίς ταμπού, τους Φινλανδούς της έρευνας ή/και της διανόησης.

 

Το σκυλάκι της Γερμανίας

Στην προκειμένη περίπτωση ο χαρακτηρισμός δεν αναφέρεται στην Ελλάδα. Τον απέδωσε στη χώρα του ο καθηγητής Φινλανδικής και Νορδικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, Μάρκκου Κούισμα, εξηγώντας έτσι τη διαχρονική της σύμπλευση με τη Γερμανία και δη τη σκληρή στάση της απέναντι στην Ελλάδα. Έγραφε, λοιπόν, σε κείμενό του, τον Ιούλιο του 2015, λίγο μετά το ελληνικό δημοψήφισμα: «Στην ευρωζώνη, οι θέσεις της Φινλανδίας και της Γερμανίας στην οικονομική πολιτική εκπορεύονται από το κοινό προτεσταντικό “δένδρο” που τις ενώνει. Οι γραμμές οικονομικής σκέψης τραβούν πίσω στα θεμέλια της άτεγκτης αντίληψης των Λουθηρανών». Αυτές, μαζί με τις αλληλένδετες δομές εξουσίας των δύο χωρών, είναι ένας βασικός λόγος που «η Φινλανδία προσπαθεί πάντα να αναζητά την αναγνώριση του Βερολίνου όντας… βασιλικότερη του βασιλέως. Σαν ένα κουτάβι που παίζει στα πόδια ενός μεγαλύτερου σκύλου».


«Στην ευρωζώνη, οι θέσεις της Φινλανδίας και της Γερμανίας στην οικονομική πολιτική εκπορεύονται από το κοινό προτεσταντικό “δένδρο” που τις ενώνει. Οι γραμμές οικονομικής σκέψης τραβούν πίσω στα θεμέλια της άτεγκτης αντίληψης των Λουθηρανών»

Ο καθηγητής Κούισμα θεωρεί ότι η Φινλανδία πρέπει να επανεξετάσει τη συμμετοχή της στο ευρωσύστημα, όχι μόνο γιατί «τα μικρά κράτη δεν έχουν σημασία» εντός του ή γιατί σε αυτό «κυριαρχούν μόνο οι ισχυροί». Για τον ίδιο υπάρχουν παραδείγματα και μαθήματα να αντληθούν από τις μεγάλες ενώσεις της ιστορίας, μια και η ηλικία της ΕΕ είναι πολύ μικρή μπροστά τους. Έγραφε, το Φεβρουάριο του 2017: «Τι ήταν η Ευρώπη 200 χρόνια πριν; Δεν υπήρχε ούτε ψήγμα σύλληψης της σημερινής Ένωσης. Το Ναπολεόντειο εγχείρημα που επεδίωξε μια μεγάλη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία μόλις είχε λήξει πνίγοντας την ήπειρο στο αίμα […]. Η ιστορία της ΕΕ μπορεί να τελειώσει σύντομα -ελπίζω όχι με παρόμοιο τρόπο- ή να συνεχίσει μέσα στην ανασφάλεια της δεκαετίας αυτής και των “διορθωτικών” κινήσεων». Αλλά δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να μοιάσει με μια ευρεία «δημοκρατική κοινότητα λαών και γλωσσών […]. Το κοινό νόμισμα θα ταίριαζε σε μια ενοποιημένη, κεντρικά διαχειριζόμενη περιοχή. Αντίθετα, η χρήση του σε χώρες με διαφορετικές κουλτούρες, οικονομίες και δομές προσιδιάζει σε ένα εγκληματικό ανθρώπινο πείραμα. Θα μπορούσε χρονικά να γίνει μισό αιώνα αργότερα, ίσως, αν είχαμε προχωρήσει με την ενοποίηση. Όμως τώρα το ενιαίο νόμισμα έχει φτάσει να είναι ο ολετήρας της Ευρώπης, ο καταλύτης της παρακμής και η μητέρα κάθε εξτρεμισμού».

Αν θέλει να αποφύγει μεγάλου βεληνεκούς καταστροφές, το ευρωπαϊκό μόρφωμα πρέπει να κάνει δύο βήματα πίσω και να επιστρέψει την κυριαρχία στα έθνη-κράτη. Αλλιώς το «πιθανότερο σενάριο είναι η διάλυση, με πολλές σποραδικές εσωτερικές συγκρούσεις και ραγδαία άνοδο του επιθετικού εθνικισμού».

Ο καθηγητής Κούισμα απέφυγε να μιλήσει στον Χαρτογράφο πιο συγκεκριμένα για την Ελλάδα, όμως παραμένει ευθύς στις απαντήσεις του:

  • Ποια είναι η απήχηση της συμμετοχής σε ΕΕ και ευρωζώνη στους Φινλανδούς, σήμερα;

«Μια μερίδα του κόσμου και σίγουρα η μεγαλύτερη μερίδα της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ είναι υπέρ της ευρωζώνης, της Ε.Ε. και της σύμπλευσης με τη Γερμανία, χωρίς να τους ενδιαφέρει το κόστος. Αλλά, έχει γίνει κατανοητό πως υπάρχει συστημικό πρόβλημα, και χωρίς να εννοώ ότι δεν έχουν γίνει λάθη από τις κυβερνήσεις στη Φινλανδία ή την Ελλάδα ή τις επιχειρήσεις. Έχεις πολλές διαφορετικές οικονομίες και διαφορετικές κουλτούρες τοποθετημένες σε μια ένωση. Ε, δεν μπορεί να δουλέψει. Και ακόμα και μετά από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια σύγκλισης και πολιτικών εναρμόνισης, η κατάρρευση είναι ορατή. Ιδίως όταν η ανεργία μένει ψηλά, η ανάπτυξη χαμηλά και το ενδεχόμενο νέας κρίσης στην Ευρώπη ανοικτό».

  • Μπορεί η σημερινή Φινλανδία να αμφισβητήσει τη «φυσική συμμαχία» της με τη Γερμανία; Πόσο εύκολο είναι είναι για μια χώρα σαν τη Φινλανδία ή την Ελλάδα να αμφισβητήσει το κοινό νόμισμα;

«Αυτό που είναι δύσκολο είναι να αργοπεθαίνεις…».

Πόσο νόημα έχει, όμως, να ανατρέχουμε στο 19ο αιώνα και στην εποχή του ιμπεριαλισμού για να εξάγουμε συμπεράσματα για την ευρωζώνη σήμερα; Μπορούν οι ιστορικοί, όπως ο καθηγητής Κούισμα, να αναιρέσουν εν μία νυκτί τη δουλειά ολόκληρων επιτελείων στις Βρυξέλλες, που εργάζονται για τη βιωσιμότητά της;

 

«Το μέλλον του Ευρώ»

Το 2014 εκδόθηκε ένα συλλογικό έργο με τίτλο «Το μέλλον του ευρώ», στο οποίο συνέβαλαν 12 ερευνητές και οικονομολόγοι, με επικεφαλής τον καθηγητή οικονομικών Βέσα Κανιάινεν, του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι. Στα κείμενά τους προειδοποιούν ότι η πορεία της ευρωζώνης δεν θα έχει αίσιο τέλος για τη Φινλανδία (και τα άλλα μικρά κράτη-μέλη). Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου -πέρα από τις προτάσεις για έξοδο- είναι η υπομονετική αναδρομή του στο ιστορικό παρελθόν των νομισματικών ενώσεων: «Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα στην παγκόσμια ιστορία πετυχημένης νομισματικής ένωσης μεταξύ ανεξάρτητων κρατών». Η Λατινική Νομισματική Ένωση (1865-1927) «υπέφερε» -λένε- από την ανισομετρία μεταξύ των μελών της σε ένα υβριδικό σύστημα στο οποίο, όπως είχε γράψει ο Αμερικανός οικονομολόγος Χένρι Πάρκερ Γουίλις το 1901, η Γαλλία επέβαλε την επικυριαρχία της στα μικρότερα κράτη.

«Η πιο επιτυχημένη ένωση στην Ευρώπη θεωρείται η Σκανδιναβική, την περίοδο 1873-1913, μεταξύ Σουηδίας, Δανίας και Νορβηγίας», αλλά και τότε τα μέλη της «υπέφεραν από πολλαπλά ασυμμετρικά σοκ»…. Να σημειώσουμε ότι ασυμμετρικό σοκ θεωρείται και αυτό που στις μέρες μας ονομάστηκε, κατά γραφειοκρατικό τρόπο, «ελληνική κρίση χρέους».

Συνεχίζει η μελέτη της ομάδας Κανιάινεν: «Όλοι οι επιτυχημένοι μηχανισμοί κοινού νομίσματος που διήρκεσαν περισσότερο ήταν είτε ομόσπονδα κράτη είτε συνομοσπονδίες». Αυτό δεν ισχύει, προφανώς, για την ευρωζώνη,  η οποία «οδήγησε σε τεράστιες απώλειες στο κοινωνικό κράτος. Και αυτές οι απώλειες είναι μόνιμες, όχι προσωρινές».

Γι’ αυτό και «έχει δύο επιλογές: το δρόμο της περαιτέρω ενοποίησης -που θα οδηγήσει σε ομοσπονδία- και το δρόμο της μερικής ή ολικής διάλυσης». Αναγνωρίζει, μάλιστα, ότι, στο πρώτο σενάριο, «η Φινλανδία και τα άλλα μικρά κράτη θα ήταν μέλη μιας Γερμανικής ομοσπονδίας», για ευνόητους λόγους.

Την ίδια στιγμή, θυμίζει αυτό που τόσες φορές έχει καταδειχθεί, ότι «κυριολεκτικά το ευρώ είναι η κότα με τα χρυσά αυγά για τη Γερμανία. Και δεν είναι στα συμφέροντά της να αφήσει καμία χώρα σε κρίση να βγει από το ευρώ».

 

Το κόστος διάσωσης του ευρώ

Πέρασαν τρία χρόνια από τη δημοσίευση της μελέτης της ομάδας Κανιάινεν, η οποία μετετράπη στο μεταξύ σε δεξαμενή σκέψης. Ώσπου το 2017, απεφάνθη ότι -πολύ απλά- «το ευρώ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποτύχει». Διότι, «στη σημερινή της μορφή, η ευρωζώνη χρειάζεται ένα μόνιμο σύστημα μεταφοράς εισοδήματος, μια πολιτική ένωση όπως στις ΗΠΑ». Το σενάριο δεν είναι ρεαλιστικό, εξηγούν, γιατί «είναι ιδιαίτερα ισχνή η πιθανότητα τα κράτη-μέλη να συμφωνήσουν οι μισθοί τους, το χρέος, οι συνθήκες ζωής τους να γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Ρεαλιστικές όμως δεν είναι ούτε και οι «εναλλακτικές προτάσεις για τη διόρθωση του ευρώ», όπως η σύσταση χρηματοδοτικού ταμείου για τη στήριξη των αδύναμων μελών με νέα δάνεια, νέους όρους, νέες εγγυήσεις από τα άλλα μέλη κ.ο.κ.

Μένει λοιπόν η «επιστροφή στην εθνική δημοσιονομική ευθύνη, που είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε στάσεις πληρωμών και διαδοχικές αποχωρήσεις χωρών από το ευρώ. […] Κατά πάσα πιθανότητα, δεν υπάρχει τρόπος να αποτραπεί η μερική ή ολική διάλυση της ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια». Αυτά υπογράφει, εν ολίγοις, ο Τουόμας Μάλινεν, αντιπρόεδρος της δεξαμενής σκέψης EuroThinkTank, το Φεβρουάριο του 2017.

Πάντως, ένα από τα παράδοξα της συζήτησης για «Το μέλλον του ευρώ», είτε το 2014, είτε πιο πρόσφατα, δεν είναι οι απαισιόδοξες προβλέψεις, ούτε καν η πρόταση για επιστροφή στο φινλανδικό μάρκο. Είναι η ίδια η διεξαγωγή αυτής της συζήτησης, η οποία έφτασε, όπως είπαμε, στη Βουλή και διαχύθηκε στην αρθρογραφία του φινλανδικού Τύπου. Παραλίγο, μάλιστα, να αναχθεί σε πολιτικό διάλογο, κάτι που δε συνέβη, ένεκα και της αποστασιοποίησης των πολιτικών κομμάτων.

Είναι πολύ πιθανό όμως ότι, στα ελληνικά δεδομένα, άνθρωποι όπως ο Κούισμα και ο Μάλινεν, θα ετίθεντο στο περιθώριο, ως ακραίοι ή ως μη ρεαλιστές, αντι-ευρωπαϊστές, αμφισβητίες της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. 


«Η ευρωζώνη είναι σαν μια παρέα στην οποία όλοι βαριούνται και όλοι κοιτιούνται αναμεταξύ τους, περιμένοντας κάποιον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα να φύγει. Και μόλις κάποιος αποφασίζει να σηκωθεί, το δωμάτιο έχει αδειάσει σε δευτερόλεπτα»

Η παρεούλα που βαριέται

Ο Χαρτογράφος δίνει άλλη μια… ευκαιρία σε έναν ακραίο Φινλανδό, τον Στέφαν Τέρνκβιστ να εξηγήσει τις απόψεις του. Είναι εξίσου ευθύς:

  • Γιατί προτείνετε να βγει η χώρα σας από το ευρώ;

«Η δυνατότητα νομισματικής πολιτικής, όπως υποτίμηση, είναι βασικό κομμάτι. Οι γείτονές μας στη Σουηδία είναι σε καλύτερη κατάσταση λόγω του ότι έχουν το νόμισμά τους. Από κει και πέρα, η γερμανική πολιτική λιτότητας βαθαίνει την κρίση στην Ευρώπη και βεβαίως τη στασιμότητα στην παραγωγικότητα και τις εξαγωγές της Φινλανδίας».

  • Πώς μπορεί να προχωρήσει το εγχείρημα της ευρωζώνης;

«Για να πετύχει το ευρώ θα έπρεπε να παραδώσουμε εντελώς την εθνική κυριαρχία μας αυτοβούλως. Αλλά η Ευρώπη έχει επιβιώσει πολύ χειρότερα πράγματα από μια ενδεχόμενη διάλυση της ευρωζώνης ή και της ΕΕ, και θα μπορούσε να υπάρξει ανάπτυξη και ευμάρεια χωρίς να χρειάζεται όλοι εμείς να είμαστε “καλοί Ευρωπαίοι”, δηλαδή Γερμανοί! Οι μόνοι που θα υπέφεραν θα ήταν οι γραφειοκρατικοί οργανισμοί στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη. Αλλά σε ποιον θα έλειπαν, αν όχι μόνο στους ίδιους τους γραφειοκράτες; Η Ευρώπη θα επιβίωνε. Η Ένωση μάλλον όχι».

  • Είναι, όμως, τόσο εύκολο να φύγει ένα μέλος; Πόσος καιρός θα χρειαζόταν για να γίνει ομαλά;

«Λίγοι μήνες, αν το θέλει ο λαός. Περισσότερο αν δεν το θέλει. Βέβαια, αν η Γερμανία έφευγε από το ευρώ, νομίζω και η δική μου χώρα θα έπρεπε να το κάνει, ανεξάρτητα από τη θέληση του κόσμου».

Σίγουρα η παραπάνω τοποθέτηση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αμερόληπτη, και εξάπτει την περιέργεια για τις πολιτικοϊδεολογικές καταβολές αυτού που τη διατυπώνει, ιδίως μετά και τις αναφορές του στη «θέληση του λαού». Γι’ αυτό παραλείψαμε επιμελώς να αναφέρουμε ότι ο Στέφαν Τέρνκβιστ δεν εκπροσωπεί κάποια ιδεολογία. Δεν είναι πολιτικό πρόσωπο, δεν είναι καν καθηγητής.

Είναι χρηματιστής και επί χρόνια τραπεζικός.

Για τεχνοκράτης, πάντως, είναι πολύ γλαφυρός στην κατακλείδα του: «Η ευρωζώνη είναι σαν μια παρέα στην οποία όλοι βαριούνται και όλοι κοιτιούνται αναμεταξύ τους, περιμένοντας κάποιον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα να φύγει. Και μόλις κάποιος αποφασίζει να σηκωθεί, το δωμάτιο έχει αδειάσει σε δευτερόλεπτα»

Advertisements

1 Comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.